Ότι θα άρχιζα να τον καλοπιάνω, να του εξηγώ πόσο μπλεγμένο ήταν νομικά όλο αυτό, να του λέω πως φοβόμουν για το σπίτι. Ήταν έτοιμος, τάχα μεγαλόψυχα, να μπει σε παζάρια.
— Ωραία, είπα με φωνή ήρεμη, σχεδόν χαμηλή. — Ας χωρίσουμε τότε.
Το πρόσωπο του Ιωάννη Ανδρέου πάγωσε. Η σιγουριά του ράγισε μπροστά στα μάτια μου, τα χέρια του ξεκόλλησαν από το στήθος και έπεσαν αδύναμα στο πλάι. Για μια στιγμή νόμισε πως δεν είχε ακούσει καλά.
— Τι είπες; ρώτησε ξανά, και στη βαθιά φωνή του ακούστηκε μια αληθινή αμηχανία.
— Είπα πως συμφωνώ να πάρουμε διαζύγιο, επανέλαβα, κοιτάζοντάς τον κατάματα. — Αν θέλεις, μάζεψε τα πράγματά σου απόψε κιόλας. Οι ταξιδιωτικοί σάκοι είναι στο πατάρι.
Τον προσπέρασα και μπήκα στο δωμάτιο. Ένιωθα τους ώμους μου να ισιώνουν από μόνοι τους. Για πρώτη φορά έπειτα από πολύ καιρό ανέπνευσα ελεύθερα, σαν να είχε ανοίξει ξαφνικά ένα παράθυρο σε χώρο πνιγηρό.
Οι τρεις μέρες που ακολούθησαν έγιναν παράσταση με έναν πρωταγωνιστή. Ο Ιωάννης Ανδρέου δεν έφυγε ούτε εκείνο το βράδυ ούτε την επομένη. Στην αρχή περιφερόταν μέσα στο σπίτι χτυπώντας επίτηδες τις πόρτες, φορώντας την προσβολή του σαν πανοπλία. Περίμενε να μετανιώσω, να τρέξω πίσω του και να ζητήσω συγγνώμη. Εγώ όμως συνέχισα απλώς τη ζωή μου. Μαγείρευα, αλλά έβαζα φαγητό μόνο στο δικό μου πιάτο. Άνοιγα την τηλεόραση και αδιαφορούσα για τους θεατρικούς αναστεναγμούς του στην άλλη άκρη του καναπέ.
Όταν του πέρασε το στάδιο της οργισμένης σιωπής, άρχισε το παζάρι. Έπιανε κουβέντες από μακριά, δοκίμαζε αδέξια αστεία, έφερνε για τον καφέ τα αγαπημένα μου εκλέρ. Για την εγκατάσταση των γονιών του δεν ξανάβγαλε λέξη. Το θέμα χάθηκε, σαν να εξατμίστηκε, λες και εκείνη η συζήτηση στην κουζίνα δεν είχε γίνει ποτέ. Με κάθε τρόπο προσπαθούσε να δείξει πως είχαμε τσακωθεί για ανοησίες και πως καιρός ήταν να το ξεχάσουμε.
Μόνο που για μένα δεν ήταν ανοησία. Εκείνο το τελεσίγραφο ήταν η σταγόνα που συνέτριψε οριστικά την ψευδαίσθηση της οικογένειας. Τον έβλεπα στο πρωινό να αλείφει βιαστικά βούτυρο στο ψωμί και να με κοιτάζει κρυφά, κι ένιωθα μονάχα κενό. Ο φόβος μήπως τον χάσω είχε σβήσει εντελώς.
Την Πέμπτη το βράδυ ήρθε η στιγμή να αλλάξει τακτική.
