Στεκόμουν μπροστά στον νεροχύτη και ξέπλενα τις σαπουνάδες από τα πιάτα. Το νερό έτρεχε με θόρυβο, σκεπάζοντας κάπως τις σκέψεις μου, ώσπου ο μονότονος ήχος κόπηκε απότομα. Ο άντρας μου μπήκε στην κουζίνα και χτύπησε δυνατά τις παλάμες του πάνω στον πάγκο. Δεν γύρισα καν. Ακόμη και με την πλάτη καταλάβαινα τη βαριά, πνιγηρή ενόχληση που έβγαινε από πάνω του.
Το ζήτημα των γονιών του αιωρούνταν ανάμεσά μας εδώ και δύο εβδομάδες. Έμεναν σε ένα παλιό ξύλινο σπίτι, σε γειτονικό νομό. Η υγεία τους χρειαζόταν πια περισσότερη φροντίδα, κι έτσι ο Ιωάννης Ανδρέου σκέφτηκε τη λύση: να τους φέρει κοντά μας. Για την ακρίβεια, στο δικό μου κληρονομικό διαμέρισμα, εκείνο που μου είχε αφήσει κάποτε ο πατέρας μου. Μόνο που, όπως αποδείχτηκε, δεν του αρκούσε να μείνουν απλώς εκεί. Απαιτούσε να δηλώσω μόνιμα τη διεύθυνσή τους στο σπίτι μου. Για τα ιατρεία της πρωτεύουσας, για τις προσαυξήσεις στη σύνταξη, για να νιώθουν, όπως έλεγε, πως πατούν σε δικό τους έδαφος.
— Δεν πρόκειται να το κουβεντιάζω άλλο, — είπε κοφτά, και η φωνή του έσκισε τη σιωπή πάνω από τον ήχο του νερού. — Ή γράφεις τώρα τους γονείς μου στο διαμέρισμα ή χωρίζουμε.
Έκλεισα τη βρύση. Άφησα το σφουγγάρι στην άκρη του νεροχύτη. Σκούπισα τα χέρια μου με την πετσέτα αργά, προσεκτικά, δάχτυλο προς δάχτυλο, κερδίζοντας λίγα δευτερόλεπτα για να πάρω ανάσα. Στο στήθος μου ξύπνησε εκείνος ο γνώριμος πόνος. Δεν ήταν οξύς καημός· ήταν μια θαμπή, παλιά εξάντληση, η ίδια με την οποία ξυπνούσα τα τελευταία χρόνια. Το βάρος της βεβαιότητας πως ο γάμος μου είχε πάψει από καιρό να είναι σχέση και είχε γίνει καθεστώς.
Ο Ιωάννης Ανδρέου αποφάσιζε πάντα μόνος του. Πού θα πηγαίναμε διακοπές, τι ταπετσαρία θα αγοράζαμε, πόσα χρήματα θα κρατούσαμε στην άκρη για το καινούριο του αυτοκίνητο. Τη γνώμη μου την άκουγε με μισό χαμόγελο και ύστερα γινόταν αυτό που είχε πει εκείνος. Για πολύ καιρό τον δικαιολογούσα: άντρας είναι, έλεγα, παίρνει ευθύνες. Μα χρόνο με τον χρόνο ο χώρος μου μίκραινε, ώσπου βρέθηκα στριμωγμένη στη γωνία μέσα στο ίδιο μου το σπίτι. Και τώρα αποφάσιζε να μου πάρει κι αυτή τη γωνία, χρησιμοποιώντας το πιο φτηνό μέσο πίεσης: τελεσίγραφο.

Γύρισα και τον κοίταξα. Στεκόταν με τα χέρια σταυρωμένα στο στήθος, σίγουρος για τη νίκη του, με βλέμμα που σχεδόν πανηγύριζε. Περίμενε πως από στιγμή σε στιγμή θα λύγιζα.
