Η κραυγή της πεθεράς μου — κοφτερή, διαπεραστική, σχεδόν σαν σειρήνα συναγερμού — δεν ξύπνησε μόνο εμένα. Είμαι σίγουρη πως την άκουσε ολόκληρη η πολυκατοικία, από το ισόγειο μέχρι την ταράτσα.
Ήταν πέντε τα ξημερώματα.
Στεκόμουν πίσω από τη σιδερένια πόρτα, ακουμπισμένη με την πλάτη στον παγωμένο τοίχο του διαδρόμου, και άκουγα αυτό το υστερικό θέαμα. Στο χέρι μου κρατούσα σφιχτά ένα κλειδί με μακρύ μεταλλικό μπρελόκ. Ήταν το παλιό κλειδί που εκείνο το πρωί η πεθερά μου, η Αναστασία Δημητρίου, δεν είχε καταφέρει να βάλει στην κλειδαριά.
«Πώς τόλμησες;» Η φωνή του άντρα μου, του Νίκου Παπαδόπουλου, ενώθηκε με τη δική της και το αποτέλεσμα ήταν ένας φρικτός θόρυβος που τρυπούσε τα αυτιά. Χτυπούσε την πόρτα με τη γροθιά του τόσο δυνατά, ώστε από το ταβάνι του χωλ μου έπεφταν μικρά κομμάτια σοβά. «Άνοιξε αμέσως, ηλίθια! Έχεις τρελαθεί τελείως;»
Δεν απαντούσα. Μόνο χαμογελούσα. Μέσα στο μισοσκόταδο της εισόδου, που μύριζε παλιό χαλί και χθεσινό φαγητό, εκείνο το χαμόγελο μάλλον θα έμοιαζε περισσότερο με μορφασμό λύκου.

Είχα κουραστεί. Όχι, η λέξη ήταν πολύ μικρή για να περιγράψει την αλήθεια. Είχα γίνει στάχτη, σαν σπίρτο που το χρησιμοποίησαν για να κάψουν όλες τις γέφυρες πίσω μου.
Η Αναστασία Δημητρίου μπήκε στη ζωή μας την ημέρα του γάμου και από τότε δεν ξαναβγήκε. Για την ακρίβεια, δεν έφυγε ποτέ από το δικό μου σπίτι. Από το διαμέρισμα που είχα κληρονομήσει από τη γιαγιά μου. Από τον χώρο όπου ζούσαμε εγώ και ο Νίκος Παπαδόπουλος. Στην αρχή ερχόταν «απλώς για να μας δει» μία φορά την εβδομάδα. Ύστερα μέρα παρά μέρα. Μετά κάθε μέρα. Είχε και δικά της κλειδιά, που ο Νίκος Παπαδόπουλος είχε βγάλει κρυφά, χωρίς καν να με ρωτήσει, και της τα είχε δώσει λέγοντάς της: «Μαμά, τώρα αυτό είναι και δικό σου σπίτι».
Και το σπίτι αυτό μετατράπηκε σε παράρτημα της κόλασης.
Έλεγχε τη θερμοκρασία του ψυγείου, άλλαζε θέση στις κατσαρόλες σύμφωνα με τη δική της λογική, μου έκανε παρατηρήσεις αν αγόραζα βούτυρο από μάρκα που δεν ενέκρινε. Η καθημερινότητά μου έγινε μια ατελείωτη εξέταση. «Γιατί η σούπα δεν έχει γεύση;» «Γιατί η σιδερώστρα είναι στη γωνία;» «Γιατί φαίνεσαι τόσο κουρασμένη;»
Στην αρχή ο Νίκος Παπαδόπουλος σιωπούσε. Έπειτα άρχισε να παίρνει το μέρος της. Και κάποια στιγμή, περίπου έξι μήνες πριν, σήκωσε χέρι πάνω μου.
Η πρώτη φορά έγινε όταν ζήτησα από τη μητέρα του να σταματήσει να μετακινεί τα καλλυντικά μου στο μπάνιο. Το είπα ήρεμα, χωρίς φωνές. Η Αναστασία Δημητρίου τηλεφώνησε στον γιο της και του είπε πως την πέταξα έξω, αποκαλώντας την γριά ανόητη. Όταν ο Νίκος Παπαδόπουλος γύρισε, δεν θέλησε να ακούσει τη δική μου πλευρά. Με χτύπησε για πρώτη φορά. Το χαστούκι ακούστηκε καθαρά, με ταπείνωσε και άφησε ένα κόκκινο σημάδι στο μάγουλό μου.
Πίστεψα το «συγγνώμη, παραφέρθηκα, η μαμά με αναστάτωσε». Πάντα τον πίστευα. Μέχρι χθες.
Χθες μπήκα στο υπνοδωμάτιο και την είδα να ψάχνει τα προσωπικά μου πράγματα μέσα στην ντουλάπα. Όταν αντέδρασα, εκείνη γύρισε προς το μέρος μου.
