“Άρα, κατά τη γνώμη σας, ζω παρασιτικά; Ωραία” είπε η Ειρήνη Κωστοπούλου με απόλυτη ηρεμία, κρατώντας σφιχτά τα κλειδιά στην παλάμη της

Η ανελέητη αδικία τους την άφησε αποσβολωμένη.
Ιστορίες

— Δηλαδή, χωρίς εκείνον δεν με βάζεις μέσα; — αγανάκτησε η πεθερά της, ήδη από την πρώτη φορά.

— Όχι. Δεν έχουμε κανονίσει κάποια επίσκεψη.

— Μάλιστα. Τον έστρεψες τον γιο μου εναντίον της μάνας του.

— Ο γιος σας είναι ενήλικος άνθρωπος. Αν έχει δική του γνώμη, κανείς δεν μπορεί να τον στρέψει πουθενά.

Η Γεωργία Οικονόμου δεν απάντησε. Έκλεισε το τηλέφωνο απότομα.

Ο Γιώργος το έμαθε μία ώρα αργότερα. Φυσικά, η μητέρα του είχε προλάβει να τον καλέσει πρώτη και να του παρουσιάσει την ιστορία σαν να την είχε πετάξει η Ειρήνη έξω στο κρύο.

— Η μάνα μου λέει ότι της μίλησες άσχημα, — είπε μόλις μπήκε στο σπίτι.

Η Ειρήνη εκείνη τη στιγμή τακτοποιούσε τα ψώνια. Έβγαλε σιωπηλά ένα πακέτο με όσπρια από τη σακούλα και το έβαλε στο ντουλάπι. Ύστερα γύρισε προς το μέρος του.

— Της είπα ότι χωρίς συνεννόηση δεν μπαίνει στο διαμέρισμά μου.

— Δεν μπορούσες να το πεις πιο ήρεμα;

— Μπορούσα. Όπως θα μπορούσατε κι εσείς να μιλήσετε πιο ήρεμα όταν με αποκαλούσατε παράσιτο. Αλλά δεν το κάνατε.

Ο Γιώργος κάθισε βαριά σε μια καρέκλα.

— Δηλαδή τώρα σε κάθε κουβέντα θα γυρίζεις πάλι εκεί;

— Όχι. Εκεί επιστρέφω μόνο όταν προσπαθείτε να κάνετε πως δεν έγινε τίποτα.

Εκείνος έκρυψε κουρασμένα το πρόσωπό του μέσα στις παλάμες του.

— Δεν έχω μάθει να ζω έτσι.

— Κι εγώ δεν έχω μάθει να είμαι ταυτόχρονα βολική και ένοχη.

Αυτό ήταν που εκνεύριζε περισσότερο τον Γιώργο. Η Ειρήνη δεν φώναζε. Δεν έσπαγε πιάτα, δεν τον πετούσε έξω με την πρώτη, δεν τηλεφωνούσε επιδεικτικά στις φίλες της μπροστά του, δεν έστηνε σκηνές για να τον κάνει να νιώσει άσχημα. Απλώς άλλαζε τους κανόνες. Ήρεμα, σταθερά, χωρίς πισωγυρίσματα.

Μία εβδομάδα μετά, ο Γιώργος πήγε μόνος του στο σούπερ μάρκετ. Γύρισε με δύο σακούλες, άρχισε να αραδιάζει τα πράγματα πάνω στο τραπέζι και, αφού τα κοίταξε για λίγο, ρώτησε:

— Αυτά τα θεωρούμε κοινά ή δικά μου;

Η Ειρήνη έριξε μια ματιά στα προϊόντα.

— Αν θέλεις να είναι κοινά, τα σημειώνουμε στη λίστα.

Εκείνος αναστέναξε.

— Εντάξει. Να τα σημειώσουμε.

Χωρίς σχόλιο, εκείνη πήρε ένα φύλλο χαρτί. Ο Γιώργος άρχισε να της λέει τι είχε αγοράσει και η Ειρήνη τα κατέγραφε. Δεν ειρωνεύτηκε, δεν χαμογέλασε θριαμβευτικά, δεν έδειξε καμία διάθεση να τον ταπεινώσει. Κι αυτό τον έκανε να αισθανθεί ακόμα πιο άβολα. Θα προτιμούσε να του πετάξει μια καυστική κουβέντα. Τότε θα μπορούσε να θυμώσει, να προσβληθεί, να πιαστεί από κάτι. Έτσι, όμως, αναγκαζόταν να αντικρίσει το απλό γεγονός: το σπίτι δεν στεκόταν χάρη στις μεγάλες του κινήσεις, αλλά χάρη σε δεκάδες μικρές πράξεις που παλιότερα εκείνος δεν θεωρούσε καν κόπο.

Τη δεύτερη εβδομάδα, η Γεωργία Οικονόμου εμφανίστηκε χωρίς προειδοποίηση.

Η Ειρήνη βρισκόταν στο σπίτι. Δούλευε στο δωμάτιο με το λάπτοπ ανοιχτό μπροστά της, όταν άκουσε θόρυβο στην εξώπορτα. Στην αρχή νόμισε ότι ο Γιώργος είχε γυρίσει νωρίτερα. Όμως το κλειδί δεν γύρισε στην κλειδαριά. Κάποιος δοκίμασε ξανά, αυτή τη φορά πιο δυνατά.

Η Ειρήνη σηκώθηκε, πήγε στο χωλ και κοίταξε από το ματάκι.

Στο πλατύσκαλο στεκόταν η Γεωργία Οικονόμου. Στο ένα χέρι κρατούσε μια τσάντα και στο άλλο ένα παλιό κλειδί. Εκείνο ακριβώς που, προφανώς, δεν είχε επιστρέψει ποτέ. Ή ίσως είχε φτιάξει αντίγραφο από παλιά.

Η Ειρήνη άνοιξε την πόρτα, αλλά δεν έβγαλε την αλυσίδα.

— Κυρία Γεωργία, τι κάνετε;

Η πεθερά τράβηξε απότομα το χέρι της από την κλειδαριά.

— Α, είσαι μέσα; Νόμιζα πως δεν ήταν κανείς.

— Και γι’ αυτό αποφασίσατε να ανοίξετε την πόρτα;

— Ήρθα για τον γιο μου.

— Ο γιος σας δεν είναι εδώ.

— Θα τον περιμένω.

— Όχι.

Το πρόσωπο της Γεωργίας Οικονόμου τεντώθηκε από την έκπληξη.

— Τι θα πει όχι;

— Θα πει ότι δεν θα μπείτε στο διαμέρισμα χωρίς πρόσκληση.

— Μα εσύ πια έχεις… — ξεκίνησε η πεθερά, μα σταμάτησε όταν είδε πως η Ειρήνη δεν την κοιτούσε με θυμό, αλλά με απόλυτη προσοχή. — Είμαι η μητέρα του Γιώργου.

— Κι εγώ είμαι η ιδιοκτήτρια αυτού του σπιτιού.

— Πάλι τα ίδια αρχίσαμε!

— Δεν σταματήσαμε ποτέ. Εσείς μόλις προσπαθήσατε να ανοίξετε την πόρτα μου με ένα κλειδί που δεν θα έπρεπε να έχετε.

Η Γεωργία Οικονόμου έκλεισε το κλειδί μέσα στη γροθιά της.

— Σιγά το πράγμα που βρήκες να κάνεις θέμα. Παλιά δεν σε πείραζε.

— Παλιά δεν ήξερα ότι με θεωρούσατε περιττή μέσα στο ίδιο μου το σπίτι.

Εκείνη τη στιγμή άνοιξε η διπλανή πόρτα. Από το διαμέρισμα πρόβαλε η Φωτεινή Σιδέρη του πέμπτου, μια ηλικιωμένη αλλά ζωηρότατη γυναίκα, που γνώριζε όλους τους ενοίκους και είχε το χάρισμα να εμφανίζεται πάντα στις πιο κρίσιμες στιγμές.

— Είναι όλα καλά; — ρώτησε.

Η Ειρήνη δεν πήρε τα μάτια της από την πεθερά της.

— Ναι, κυρία Φωτεινή. Κάποιος μπέρδεψε την πόρτα και δοκίμασε ένα παλιό κλειδί.

Η Γεωργία Οικονόμου κοκκίνισε.

— Μη με ξεφτιλίζεις μπροστά στους γείτονες!

— Τότε μην ανοίγετε ξένες πόρτες.

Η πεθερά γύρισε απότομα και κατευθύνθηκε προς το ασανσέρ. Η τσάντα της χτύπησε στο πλευρό της, μα δεν κοντοστάθηκε. Η Ειρήνη έκλεισε την πόρτα, έβγαλε την αλυσίδα, κλείδωσε και αμέσως τηλεφώνησε σε κλειδαρά. Χωρίς καταγγελίες, χωρίς περιττές εξηγήσεις, χωρίς δραματικές δηλώσεις. Απλώς άλλαξε κλειδαριά.

Όταν το βράδυ ο Γιώργος είδε το καινούργιο κλειδί, το πρόσωπό του σκλήρυνε.

— Άλλαξες την κλειδαριά;

— Ναι.

— Χωρίς να με ρωτήσεις;

— Την πόρτα την άνοιγαν χωρίς να με ρωτήσουν. Οπότε κρατήθηκε η ισορροπία.

— Είναι η μητέρα μου.

— Είναι η πόρτα μου.

Εκείνος πήγε στην κουζίνα, γύρισε πίσω, μετά ξαναπήγε προς τα εκεί. Η Ειρήνη πρόσεξε το νευρικό του πέρα δώθε, αλλά δεν το σχολίασε.

— Καταλαβαίνεις πόσο στενοχωρήθηκε; — τη ρώτησε.

— Στενοχωρήθηκε επειδή δεν μπόρεσε να μπει χωρίς άδεια.

— Ήθελε απλώς να με περιμένει.

— Στο δικό μου σπίτι, σαν να μην υπάρχω.

Ο Γιώργος χτύπησε την παλάμη του στο κάσωμα της πόρτας. Όχι με μεγάλη δύναμη, αλλά ο ήχος βγήκε απότομος.

— Τα μετατρέπεις όλα σε πόλεμο!

Η Ειρήνη πλησίασε. Όχι τόσο ώστε να σταθεί κολλητά του, αλλά αρκετά για να σταματήσει εκείνος να μιλάει στον διάδρομο και να την κοιτάξει.

— Όχι, Γιώργο. Ο πόλεμος άρχισε όταν εσύ και η μητέρα σου αποφασίσατε ότι η δική μου συμβολή μπορεί να αγνοείται, ότι τα όριά μου μπορούν να μετακινούνται όπως σας βολεύει και ότι η σιωπή μου σημαίνει συγκατάθεση.

Εκείνος πήγε να απαντήσει, όμως το κινητό του άρχισε να χτυπά. Στην οθόνη εμφανίστηκε η λέξη: «Μαμά». Ο Γιώργος κοίταξε την Ειρήνη και ύστερα δέχτηκε την κλήση.

Η φωνή της Γεωργίας Οικονόμου ακουγόταν καθαρά, παρόλο που το τηλέφωνο δεν ήταν σε ανοιχτή ακρόαση.

— Αγόρι μου, εγώ δεν ξαναπατάω στο σπίτι σου. Ας χαίρεται η γυναίκα σου. Το πέτυχε αυτό που ήθελε. Έδιωξε τη μάνα σου, μου πήρε τα κλειδιά, άλλαξε και τις κλειδαριές. Σε λίγο θα πετάξει κι εσένα έξω.

Η Ειρήνη άπλωσε ήρεμα το χέρι.

— Δώσ’ μου το τηλέφωνο.

— Για ποιο λόγο;

— Θέλω να της μιλήσω μπροστά σου, ώστε μετά να μη γίνουν πάλι μεταφράσεις.

Ο Γιώργος δίστασε, αλλά της το έδωσε.

— Κυρία Γεωργία, δεν σας έδιωξα. Δεν σας άφησα να μπείτε σε ένα διαμέρισμα στο οποίο επιχειρήσατε να μπείτε χωρίς πρόσκληση. Αυτά είναι δύο διαφορετικά πράγματα. Ο Γιώργος μπορεί να σας βλέπει όπου θέλει και όποτε θέλει. Όμως το σπίτι μου δεν θα είναι πια χώρος για ελέγχους, λογαριασμούς και αιφνιδιαστικές επισκέψεις.

— Α, κοίτα πώς μιλάει τώρα! — η πεθερά σχεδόν πνίγηκε από την αγανάκτηση. — Γιε μου, την ακούς;

— Την ακούω, μαμά, — είπε χαμηλόφωνα ο Γιώργος.

Η Ειρήνη του επέστρεψε το κινητό.

Για μερικές μέρες μετά από αυτό, η Γεωργία Οικονόμου δεν εμφανίστηκε. Η ησυχία, όμως, αποδείχτηκε απατηλή. Άλλαξε τακτική. Άρχισε να τηλεφωνεί στον Γιώργο τα βράδια και να μιλάει μαζί του για πολλή ώρα. Ύστερα από αυτές τις συνομιλίες, εκείνος γινόταν νευρικός, πιανόταν από ασήμαντες λεπτομέρειες και προσπαθούσε να τσιγκλήσει την Ειρήνη.

— Για πες, η κρέμα σου είναι πάλι κοινό έξοδο; — τη ρώτησε μια μέρα, όταν είδε το βαζάκι στο μπάνιο.

Η Ειρήνη τον κοίταξε μέσα από τον καθρέφτη.

— Όχι. Όπως δεν είναι κοινό έξοδο και ο αφρός ξυρίσματός σου. Η διαφορά είναι ότι εγώ δεν ανοίγω κουβέντα για τα δικά σου.

Εκείνος αμήχανα απομακρύνθηκε.

Άλλη φορά της πέταξε:

— Μήπως να βάλεις και λουκέτο σε ξεχωριστό ράφι στο ψυγείο;

Η Ειρήνη έκλεισε το τάπερ με το καπάκι του.

— Αν αρχίσεις να παίρνεις πράγματα χωρίς να ρωτάς, θα το σκεφτώ.

— Έχεις αλλάξει.

Εκείνη γύρισε προς το μέρος του.

— Όχι. Απλώς σταμάτησα να είμαι βολική.

Το πιο ενδιαφέρον συνέβη στο τέλος του μήνα, όταν ήρθε η ώρα να πληρωθούν τα κοινά έξοδα. Η Ειρήνη άφησε μπροστά στον Γιώργο τη λίστα. Εκείνος την πήρε, την κοίταξε και συνοφρυώθηκε.

— Γιατί είναι τόσο πολλά;

— Επειδή η καθημερινότητα δεν κοστίζει μόνο τις σακούλες που φέρνεις τα Σαββατοκύριακα.

Άρχισε να διαβάζει ένα ένα τα ποσά. Κοινόχρηστα, ίντερνετ, νερό, είδη σπιτιού, τρόφιμα, μικροεπισκευή στο μπάνιο, λάμπες. Δεν υπήρχε τίποτα περιττό. Καμία γυναικεία αγορά, κανένα προσωπικό έξοδο της Ειρήνης.

— Δεν είχα καταλάβει ότι βγαίνουν τόσα, — είπε πια πιο χαμηλά.

— Το ξέρω.

— Γιατί δεν μου το έλεγες παλιότερα;

Η Ειρήνη άφησε το στυλό στην άκρη.

— Σου το έλεγα. Κι εσύ απαντούσες: «Θα το δούμε μετά».

Ο Γιώργος χαμήλωσε τα μάτια. Αυτή η φράση ήταν ο αγαπημένος του τρόπος να σπρώχνει την ευθύνη σε ένα αόριστο μέλλον. Μόνο που τώρα το μέλλον είχε έρθει μπροστά του με τη μορφή ενός φύλλου χαρτιού.

— Θα σου τα στείλω, — είπε.

— Εντάξει.

Δεν τα μετέφερε αμέσως. Πρώτα βγήκε στο μπαλκόνι, τηλεφώνησε σε κάποιον και έπειτα επέστρεψε. Η Ειρήνη δεν ρώτησε τίποτα. Λίγο αργότερα το κινητό της έκανε έναν σύντομο ήχο. Η μεταφορά είχε γίνει.

Μετά από εκείνη τη μέρα, ο Γιώργος έμεινε για αρκετό καιρό ήσυχος. Όχι τρυφερός, όχι μετανοημένος, απλώς ήσυχος. Παρατηρούσε την Ειρήνη σαν να προσπαθούσε να εντοπίσει πού βρισκόταν το κουμπί που θα επανέφερε την παλιά της υποχωρητικότητα. Μα τέτοιο κουμπί δεν υπήρχε. Υπήρχε μόνο μια γυναίκα που για πολύ καιρό έκανε πως όλα ήταν φυσιολογικά και που τώρα είχε πάψει να προσποιείται.

Δύο εβδομάδες αργότερα, όμως, ο Γιώργος έκανε ξαφνικά μια πρόταση.

Ψίθυροι Ζωής