“Άρα, κατά τη γνώμη σας, ζω παρασιτικά; Ωραία” είπε η Ειρήνη Κωστοπούλου με απόλυτη ηρεμία, κρατώντας σφιχτά τα κλειδιά στην παλάμη της

Η ανελέητη αδικία τους την άφησε αποσβολωμένη.
Ιστορίες

— Άρα, κατά τη γνώμη σας, ζω παρασιτικά; Ωραία. Από εδώ και πέρα, λοιπόν, ο καθένας θα πληρώνει τα δικά του, — είπε η Ειρήνη Κωστοπούλου με απόλυτη ηρεμία.

Πριν φτάσει να ξεστομίσει αυτή τη φράση, είχε ήδη προλάβει να ακούσει αρκετά.

Εκείνη την ημέρα η Ειρήνη Κωστοπούλου γύρισε στο σπίτι νωρίτερα απ’ ό,τι συνήθως. Στην είσοδο της πολυκατοικίας πλανιόταν η μυρωδιά από βρεγμένα παπούτσια, ανακατεμένη με τη φρέσκια μπογιά της ανακαίνισης που γινόταν στο ισόγειο. Ανέβηκε στον όροφό της, ξεκλείδωσε την πόρτα και ήταν έτοιμη να φωνάξει τον άντρα της, όταν στάθηκε ακίνητη στο χολ.

Από την κουζίνα ακούγονταν φωνές.

— Γιώργο Σιδέρη, είσαι άντρας και πρέπει επιτέλους να καταλάβεις ποιος κάθεται στον σβέρκο σου μέσα σε αυτό το σπίτι, — έλεγε η μητέρα του, η Γεωργία Οικονόμου. — Δεν είμαι τυφλή. Εσύ τα τραβάς όλα, κι εκείνη απλώς κυκλοφορεί όμορφη και παριστάνει την κουρασμένη.

Η Ειρήνη Κωστοπούλου έβγαλε αργά το παλτό της και το κρέμασε στο γαντζάκι. Τα κλειδιά, αντί να τα αφήσει όπως πάντα πάνω στο έπιπλο της εισόδου, τα κράτησε σφιχτά μέσα στην παλάμη της. Το μέταλλο χώθηκε δυσάρεστα στα δάχτυλά της, όμως δεν άνοιξε το χέρι της.

— Μαμά, σε παρακαλώ, μην αρχίζεις πάλι, — απάντησε ο Γιώργος Σιδέρης με κουρασμένη φωνή. — Όλα είναι μια χαρά μεταξύ μας.

— Μια χαρά; — η πεθερά γέλασε ειρωνικά, σαν να της φάνηκε αστεία η ίδια η έκφραση. — Αυτά να μην τα λες σε μένα. Βλέπω πολύ καλά ποιος κουβαλάει τα ψώνια στο σπίτι, ποιος συντηρεί το αυτοκίνητο, ποιος βοηθάει τη μάνα του, ποιος πλήρωσε τις επισκευές.

Η Ειρήνη Κωστοπούλου μισόκλεισε τα μάτια. Ειδικά η αναφορά στην ανακαίνιση είχε ενδιαφέρον. Το διαμέρισμα είχε φτιαχτεί πριν από τον γάμο. Με δικά της χρήματα και με δικές της αποφάσεις. Ο Γιώργος Σιδέρης τότε είχε βοηθήσει μόνο στην επιλογή των πλακιδίων για το μπάνιο και είχε πάει τρεις φορές να παραλάβει παραδόσεις. Στις διηγήσεις της Γεωργίας Οικονόμου, όμως, αυτό φαίνεται πως είχε ήδη μετατραπεί σε ανδραγάθημα.

— Κι εκείνη βάζει χρήματα, — είπε ο Γιώργος Σιδέρης, χωρίς ιδιαίτερη σιγουριά.

Δεν την υπερασπίστηκε. Δεν αντέδρασε. Δεν αγανάκτησε. Πέταξε απλώς μια φράση στον αέρα, όχι για να βάλει τη μητέρα του στη θέση της, αλλά για να κλείσει όσο πιο γρήγορα γινόταν την κουβέντα.

— Βάζει χρήματα; — η Γεωργία Οικονόμου χαμήλωσε τη φωνή της, κι όμως τα λόγια της ακούστηκαν ακόμη πιο αιχμηρά. — Με τι ακριβώς; Με τα όμορφα βαζάκια στο μπάνιο; Με τα κουτιά που της φέρνουν από τις παραδόσεις; Κοίτα μόνο πόσα πράγματα έχει. Μια το ένα αγοράζει, μια το άλλο. Και μετά σε ρωτάει γιατί είσαι κουρασμένος. Ε, φυσικά και θα κουραστείς, όταν κουβαλάς κάποιον στον σβέρκο σου.

Η Ειρήνη Κωστοπούλου προχώρησε αργά στον διάδρομο και σταμάτησε μπροστά στην πόρτα της κουζίνας. Δεν μπήκε αμέσως. Ήθελε να ακούσει μέχρι τέλους. Όχι επειδή της ήταν ευχάριστο. Απλώς, για πρώτη φορά μετά από πολύ καιρό, αποφάσισε να μην προστατεύσει κανέναν από την αμηχανία του.

Στο τραπέζι κάθονταν ο Γιώργος Σιδέρης και η Γεωργία Οικονόμου. Μπροστά τους ήταν απλωμένοι λογαριασμοί κοινόχρηστων, μια απόδειξη από σούπερ μάρκετ και ένα τετράδιο, όπου η πεθερά σημείωνε κάτι με τον μεγάλο, βαρύ γραφικό της χαρακτήρα. Δίπλα βρισκόταν ένα στυλό. Η Γεωργία Οικονόμου αγαπούσε ανέκαθεν τους υπολογισμούς, ιδίως όταν αφορούσαν τα χρήματα των άλλων.

— Δεν λέω πως είναι κακή, — συνέχισε η πεθερά. — Αλλά τα πράγματα πρέπει να λέγονται με το όνομά τους. Κάποιος σε αυτό το διαμέρισμα ζει με ξένα έξοδα.

Τότε η Ειρήνη Κωστοπούλου μπήκε στην κουζίνα.

Πρώτη σήκωσε το βλέμμα η Γεωργία Οικονόμου. Το πρόσωπό της τεντώθηκε, μα μόνο για μια στιγμή. Αμέσως μετά ίσιωσε την πλάτη της, σαν να μην είχε συμβεί τίποτα άξιο λόγου. Ο Γιώργος Σιδέρης γύρισε απότομα το κεφάλι. Τα δάχτυλά του σκέπασαν αμέσως το τετράδιο, λες και προσπαθούσε να κρύψει όσα ήταν γραμμένα εκεί.

— Ειρήνη Κωστοπούλου, γύρισες κιόλας; — σηκώθηκε από την καρέκλα. — Εμείς απλώς… συζητούσαμε…

— Τα έξοδα, — συμπλήρωσε εκείνη.

Η φωνή της ήταν επίπεδη. Υπερβολικά ήρεμη. Τόσο ήρεμη, που ο Γιώργος Σιδέρης ανοιγόκλεισε τα μάτια πιο συχνά απ’ ό,τι συνήθως και για μερικά δευτερόλεπτα δεν ήξερε πού να βάλει τα χέρια του.

— Ανοησίες, — είπε βιαστικά. — Η μαμά απλώς ανησυχεί. Την ξέρεις.

Η Ειρήνη Κωστοπούλου κοίταξε τη Γεωργία Οικονόμου. Εκείνη κράτησε το βλέμμα της, όμως τα δάχτυλά της μετακίνησαν ανεπαίσθητα την απόδειξη πιο κοντά στο τετράδιο.

— Άρα, κατά τη γνώμη σας, ζω παρασιτικά; Ωραία. Από εδώ και πέρα, λοιπόν, ο καθένας θα πληρώνει τα δικά του, — είπε η Ειρήνη Κωστοπούλου ήσυχα.

Η πεθερά άνοιξε το στόμα της, αλλά δεν έβγαλε λέξη. Ο Γιώργος Σιδέρης έκανε ένα βήμα προς τη γυναίκα του.

— Ειρήνη Κωστοπούλου, στάσου. Δεν το κατάλαβες σωστά.

— Το κατάλαβα μια χαρά, — απάντησε εκείνη. — Απλώς μέχρι τώρα έκανα πως δεν άκουγα.

Ο Γιώργος Σιδέρης χαμογέλασε αδύναμα, σαν να περίμενε ότι η κατάσταση θα κατέληγε στη συνηθισμένη οικογενειακή φασαρία. Όμως η Ειρήνη Κωστοπούλου δεν ύψωσε τη φωνή. Δεν κοπάνησε πόρτες. Δεν απαίτησε συγγνώμες. Προχώρησε προς το τραπέζι, πήρε το τετράδιο και το γύρισε προς το μέρος της.

Στην πρώτη σελίδα ήταν γραμμένο: «Φαγητό, σπίτι, αυτοκίνητο, μητέρα, μικροέξοδα». Κάτω από τη λέξη «μικροέξοδα», η Γεωργία Οικονόμου είχε προσθέσει διάφορα σημεία: καλλυντικά, παραδόσεις, καφέδες, ρούχα.

Η Ειρήνη Κωστοπούλου πέρασε το βλέμμα της πάνω από τη λίστα. Η άκρη των χειλιών της κινήθηκε ελαφρά, όμως χαμόγελο δεν το έλεγες.

— Γεωργία Οικονόμου, από πότε ακριβώς κρατάτε λογαριασμό για τα καλλυντικά μου;

— Δεν κρατάω κανέναν λογαριασμό, — η πεθερά τράβηξε και ίσιωσε τη ζακέτα της στο στήθος. — Απλώς μιλάμε. Τα οικογενειακά έξοδα πρέπει να είναι ξεκάθαρα.

— Τότε ας τα ξεκαθαρίσουμε, — είπε η Ειρήνη Κωστοπούλου και άφησε το τετράδιο πίσω στο τραπέζι. — Αλλά ολόκληρα. Όχι μόνο από την πλευρά που σας βολεύει.

— Ειρήνη Κωστοπούλου, μην το κάνεις αυτό, — είπε χαμηλόφωνα ο Γιώργος Σιδέρης.

Εκείνη γύρισε προς το μέρος του.

— Γιατί να μην το κάνω; Όταν με αποκαλείτε πίσω από την πλάτη μου άνθρωπο που ζει με ξένα χρήματα, αυτό επιτρέπεται. Όταν όμως προτείνω να μετρήσουμε τίμια, ξαφνικά δεν πρέπει;

Ο Γιώργος Σιδέρης απέφυγε το βλέμμα της. Η Γεωργία Οικονόμου το πρόσεξε και αμέσως πήρε θάρρος.

— Κανείς δεν σε αποκάλεσε τίποτα πίσω από την πλάτη σου. Άκουσες ένα κομμάτι της συζήτησης και τώρα στήνεις σκηνή.

— Όχι, σκηνή δεν έχω στήσει ακόμη, — η Ειρήνη Κωστοπούλου άφησε τα κλειδιά πάνω στο τραπέζι. — Προς το παρόν απλώς εξηγώ τους καινούργιους κανόνες.

Πήγε στο δωμάτιο, έβγαλε από ένα συρτάρι έναν φάκελο με έγγραφα και επέστρεψε στην κουζίνα. Ο Γιώργος Σιδέρης φάνηκε να σφίγγεται ακόμη περισσότερο. Ήξερε πολύ καλά εκείνον τον φάκελο. Μέσα βρίσκονταν τα χαρτιά του διαμερίσματος, αποδείξεις πληρωμών, εγγυήσεις, συμβόλαια συσκευών και όλα όσα η Ειρήνη Κωστοπούλου μάζευε προσεκτικά επί χρόνια.

Το διαμέρισμα ήταν δικό της. Δεν της το είχε χαρίσει ο άντρας της, δεν το είχαν αγοράσει μαζί, δεν είχε γραφτεί «για καλό και για κακό» στο όνομα κάποιου συγγενή. Πριν ακόμη παντρευτεί, η Ειρήνη Κωστοπούλου το είχε κληρονομήσει από τη γιαγιά της και, αφού πέρασαν οι προβλεπόμενοι έξι μήνες, είχε ολοκληρώσει όλες τις νόμιμες διαδικασίες. Έπειτα χρειάστηκε πολύς καιρός για να το φέρει σε καλή κατάσταση. Όταν ο Γιώργος Σιδέρης μετακόμισε εκεί μετά τον γάμο, δεν του ζήτησε τίποτα υπερβολικό. Μόνο να συμμετέχει φυσιολογικά στα κοινά.

Τους πρώτους μήνες πράγματι συμμετείχε. Αγόραζε τρόφιμα, κάλυπτε μέρος των καθημερινών εξόδων, πρότεινε μόνος του να βοηθήσει. Σιγά σιγά, όμως, όλα άρχισαν να αλλάζουν.

Στην αρχή ξεχνούσε να μεταφέρει χρήματα για τους λογαριασμούς. Ύστερα έλεγε πως θα πλήρωνε την επόμενη φορά. Μετά προέκυψε ότι η Γεωργία Οικονόμου χρειαζόταν βοήθεια για φάρμακα, μετά για ένα ταξίδι, έπειτα για καινούργιο ψυγείο, μετά για κάτι ακόμη. Η Ειρήνη Κωστοπούλου δεν έφερνε αντίρρηση. Δεν την ενοχλούσε το ότι ο άντρας της στήριζε τη μητέρα του. Την ενοχλούσε πως αυτή η στήριξη γινόταν όλο και συχνότερα εις βάρος του δικού τους σπιτιού, ενώ από την πεθερά της δεν έβλεπε ούτε ίχνος ευγνωμοσύνης.

Η Γεωργία Οικονόμου ερχόταν όλο και πιο συχνά. Μπορούσε να ανοίξει το ψυγείο και να σχολιάσει τα τρόφιμα. Μπορούσε να μπει στο μπάνιο και να προσέξει ένα καινούργιο βαζάκι κρέμας. Μπορούσε να ρωτήσει γιατί η Ειρήνη Κωστοπούλου χρειαζόταν δεύτερο ζευγάρι χειμωνιάτικα παπούτσια, αφού το πρώτο ήταν ακόμη αξιοπρεπές. Για τον γιο της, αντίθετα, δεν είχε ποτέ απορίες.

Αν ο Γιώργος Σιδέρης παρήγγελνε κάποιο ακριβό ανταλλακτικό για το αυτοκίνητο, η μητέρα του έλεγε:

— Ένας άντρας πρέπει να φροντίζει το αμάξι του.

Αν η Ειρήνη Κωστοπούλου αγόραζε παλτό, άκουγε:

— Οι γυναίκες σήμερα καλομαθαίνουν τον εαυτό τους και μετά απορούν που δεν φτάνουν τα χρήματα.

Στην αρχή η Ειρήνη Κωστοπούλου απαντούσε με αστεία. Αργότερα σταμάτησε. Πίστευε πως δεν άξιζε να φουσκώνει μια σύγκρουση χωρίς λόγο. Ήταν βέβαιη ότι ο Γιώργος Σιδέρης καταλάβαινε πού βρισκόταν η αλήθεια.

Τώρα φαινόταν καθαρά πως δεν την καταλάβαινε. Ή πως προτιμούσε να κάνει πως δεν την έβλεπε.

— Να οι λογαριασμοί των τελευταίων μηνών, — είπε η Ειρήνη Κωστοπούλου, βγάζοντας μερικές αποδείξεις. — Πληρώθηκαν από τη δική μου κάρτα. Να και το ίντερνετ. Πάλι δική μου πληρωμή. Εδώ είναι η αγορά του πλυντηρίου, όταν χάλασε το παλιό. Κι αυτό δικό μου έξοδο. Και εδώ η μεταφορά των υλικών για την ανακαίνιση του μπαλκονιού, που, όπως ακούω, την πλήρωσε ο Γιώργος Σιδέρης.

Ο Γιώργος Σιδέρης σήκωσε απότομα το κεφάλι.

— Εγώ βοήθησα!

— Παρέλαβες την παράδοση, επειδή εγώ ήμουν στη δουλειά, — είπε η Ειρήνη Κωστοπούλου κοιτάζοντάς τον χωρίς θυμό, αλλά τόσο ευθεία που εκείνος σώπασε ξανά. — Αυτό λέγεται βοήθεια. Δεν λέγεται πληρωμή.

Η Γεωργία Οικονόμου χτύπησε τα δάχτυλά της πάνω στο τραπέζι.

— Και λοιπόν; Θα ταπεινώσεις τώρα έναν άντρα με χαρτιά και αποδείξεις;

— Όχι. Θα προστατεύσω τον εαυτό μου με γεγονότα.

— Με γεγονότα; — η πεθερά ξεφύσηξε περιφρονητικά. — Και ποιος αλλάζει τις λάμπες εδώ μέσα; Ποιος ασχολείται με το αυτοκίνητο; Ποιος κουβαλάει τις σακούλες;

Η Ειρήνη Κωστοπούλου έγνεψε κοφτά.

— Πολύ καλά. Θα τα γράψουμε κι αυτά. Λάμπες, σακούλες, αυτοκίνητο. Μόνο που το αυτοκίνητο είναι προσωπικό του Γιώργου Σιδέρη και σχεδόν δεν το χρησιμοποιώ. Όσο για τα τρόφιμα που μπαίνουν σε σακούλες, τις περισσότερες φορές τα αγοράζω εγώ· απλώς δεν τα μετατρέπω κάθε φορά σε κατόρθωμα προς καταγραφή.

Ψίθυροι Ζωής