— Δεν αντέχω άλλο να μένω με μια συνταξιούχο.
Το είπε χωρίς να σηκώσει τα μάτια του προς εμένα. Κοίταζε το πιάτο με τα μπιφτέκια. Μόλις του είχα βάλει το δεύτερο, όπως κάθε Σάββατο εδώ και τριάντα δύο ολόκληρα χρόνια. Πάντα δύο έτρωγε.
— Αλέξανδρε Θεοχαρίδη, τι είναι αυτά που λες;
— Μιλάω για μας, Μαρία Ανδρέου. Ή μάλλον για το ότι «εμείς» δεν υπάρχει πια.
Κάθισα απέναντί του. Ακούμπησα τα χέρια στο τραπέζι, με τις παλάμες προς τα κάτω, για να μη φανεί πως έτρεμαν. Η λογίστρια μέσα μου ξύπνησε πριν προλάβει να αντιδράσει η γυναίκα. Η λογίστρια, βλέπετε, πιάνει πάντα πρώτη τη λέξη «δεν υπάρχει».

— Φεύγεις;
— Φεύγω. Γνώρισα άλλη. Είναι είκοσι εννέα. Και, ξέρεις, δεν τριγυρίζει μέσα στο σπίτι με μια ρόμπα ξεχειλωμένη στις τσέπες.
Η ρόμπα μου, εδώ που τα λέμε, ήταν πράγματι παλιά. Μπλε, με κουμπιά στο στήθος. Την είχα αγοράσει τότε που η κόρη μας πήγε πρώτη φορά σχολείο. Ήταν βολική. Κάποτε ο Αλέξανδρος τη φώναζε «η ρόμπα του καναπέ μου» και γελούσε.
Τώρα δεν γελούσε καθόλου.
— Και πώς τη λένε;
— Δανάη Βασιλείου.
Έγνεψα, λες και αυτό εξηγούσε κάτι.
Τα μπιφτέκια κρύωναν πάνω στο τραπέζι. Τα κοιτούσα και στο μυαλό μου κόλλησε μια παράξενη σκέψη: τρεις ώρες τα ετοίμαζα. Εγώ άλεσα τον κιμά, εγώ μούλιασα το ψωμί στο γάλα, όπως μου είχε μάθει η μάνα μου. Τρεις ώρες από το Σάββατό μου. Κι εκείνος τώρα θα σηκωνόταν να πάει στη Δανάη Βασιλείου, που κατά πάσα πιθανότητα θα παρήγγελνε σούσι.
— Πότε;
— Πότε τι;
— Πότε φεύγεις.
— Σήμερα. Έχω ήδη φτιάξει τη βαλίτσα.
Εκείνη τη στιγμή κάτι μέσα μου έκανε ένα ξερό «κλικ». Δεν ήταν πόνος, δεν ήταν σπάσιμο. Ήταν σαν να κατέβηκε ένας διακόπτης. Είχε φτιάξει βαλίτσα. Όσο εγώ ήμουν στην κουζίνα. Όσο έβραζα σούπα για όλη την εβδομάδα, σαν ανόητη.
— Τότε πήγαινε, είπα.
Με κοίταξε σαν να μην το πίστευε. Ανασήκωσε μέχρι και τα φρύδια.
— Αυτό μόνο; Δεν θα πεις τίποτα άλλο;
— Τι ακριβώς περιμένεις να ακούσεις, Αλέξανδρε; Ότι τριάντα δύο χρόνια σιδέρωνα και έπλενα τα πουκάμισά σου άδικα; Αυτό το ξέρω και χωρίς τη δική σου βοήθεια.
Σηκώθηκε και βγήκε στον διάδρομο. Τον άκουγα να παλεύει με την κλειδαριά της βαλίτσας. Της ίδιας βαλίτσας που είχαμε πάρει μαζί στην Καλαμάτα το 2008, τότε που πήραμε το μπόνους για το διαμέρισμα. Εκεί είχα βάλει και την κληρονομιά της μητέρας μου. Είκοσι επτά χιλιάδες ευρώ. Θυμάμαι το ποσό μέχρι το τελευταίο ψηφίο. Λογίστρια είμαι.
Το διαμέρισμα όμως γράφτηκε στο δικό του όνομα. «Έτσι είναι πιο απλό, Μαρία μου, μετά θα το αλλάξουμε». Δεν το αλλάξαμε ποτέ.
Έμεινα στην κουζίνα, με τα μάτια καρφωμένα στα δύο μπιφτέκια του. Ύστερα σηκώθηκα, πήρα μια μεγάλη μαύρη σακούλα σκουπιδιών, από εκείνες των εκατόν είκοσι λίτρων που αγοράζω σε πακέτα από το σούπερ μάρκετ, και πήγα στην κρεβατοκάμαρα.
— Τι κάνεις εκεί; ρώτησε όταν με είδε με τη σακούλα στο χέρι.
— Σε βοηθάω να μαζέψεις. Μία βαλίτσα δεν θα σου φτάσει.
Και άρχισα. Τα πουκάμισα μέσα στη σακούλα. Η φόρμα με την οποία ξάπλωνε τις Κυριακές στον καναπέ, μέσα κι αυτή. Οι παντόφλες, η οδοντόβουρτσα, το ξυραφάκι, ο φορτιστής του κινητού. Όλα μέσα. Γρήγορα, ήρεμα, σαν να έκανα απογραφή αποθήκης.
— Μαρία, τρελάθηκες;
— Όχι, Αλέξανδρε. Ίσα ίσα. Μόλις τώρα ήρθα στα συγκαλά μου. Για πρώτη φορά μετά από τριάντα δύο χρόνια.
Με άρπαξε από τον καρπό. Κοίταξα τα δάχτυλά του, κοντά, με νύχια κιτρινισμένα, και για κάποιον λόγο με άφησε αμέσως.
— Θα περάσω άλλη μέρα για τα υπόλοιπα.
— Να περάσεις. Μόνο πάρε πρώτα τηλέφωνο, για να σου ανοίξω.
Τότε ακόμη πίστευα πως θα του άνοιγα.
Τέσσερις μέρες αργότερα εμφανίστηκε. Όχι μόνος.
Άνοιξα την πόρτα και την είδα. Τη Δανάη Βασιλείου. Στεκόταν στο κεφαλόσκαλο με ένα λευκό παλτό, καθόλου κατάλληλο για την εποχή, και μια τσάντα κρεμασμένη σε λεπτή μακριά αλυσίδα. Με κοιτούσε όπως κοιτάζει κανείς ένα παλιό έπιπλο που έχει έρθει η ώρα να πεταχτεί.
— Καλησπέρα σας, είπε ευγενικά, με ένα ανεπαίσθητο μισόκλεισμα των ματιών.
— Καλησπέρα.
Ο Αλέξανδρος Θεοχαρίδης χώθηκε δίπλα μου στον διάδρομο, σαν να ήταν ακόμη ο ιδιοκτήτης αυτού του σπιτιού.
— Μαρία, δεν θα αργήσουμε. Ήρθα να πάρω τα χειμωνιάτικα και τα χαρτιά μου.
— Ποια χαρτιά;
— Τα δικά μου. Ταυτότητα, άδεια κυκλοφορίας του αυτοκινήτου, ΑΜΚΑ. Και τα έγγραφα του διαμερίσματος.
Στάθηκα στην πόρτα της κουζίνας.
— Του διαμερίσματος;
— Ε, ναι. Στο όνομά μου δεν είναι;
Πίσω από την πλάτη του, η Δανάη χαμογέλασε ελάχιστα. Μόνο με τη μία άκρη των χειλιών. Εκείνο το χαμόγελο το θυμήθηκα πολλές φορές αργότερα.
— Αλέξανδρε, είπα πολύ αργά, σαν να μετρούσα μία μία τις λέξεις, ήρθες στ’ αλήθεια να πάρεις τα χαρτιά ενός διαμερίσματος στο οποίο μπήκαν τα χρήματα της μητέρας μου;
— Μαρία, τι κληρονομιά τώρα; Πάνε εκατό χρόνια από τότε.
— Δεκαοκτώ, τον διόρθωσα. Όχι εκατό. Δεκαοκτώ χρόνια πριν. Είκοσι επτά χιλιάδες ευρώ, το 2008, αν ενδιαφέρεται κανείς για την ακρίβεια. Τόσο κόστιζε τότε ένα δυάρι στη γειτονιά μας. Ολόκληρο. Και θυμάμαι ακόμη που γελούσες και έλεγες ότι εγώ «μαζεύω λεπτό το λεπτό».
— Νεαρέ μου, πετάχτηκε ξαφνικά η Δανάη Βασιλείου, δεν έχουμε όλη τη μέρα στη διάθεσή μας.
Αυτό το «νεαρέ μου» ήταν που με αποτελείωσε. Εκείνος ήταν πενήντα έξι χρονών, με την κοιλιά να πέφτει πάνω από τη ζώνη, το πρόσωπο κατακόκκινο και σακούλες κάτω από τα μάτια· ούτε στο ελάχιστο δεν θύμιζε νεαρό άντρα.
