— Ανανεώνουμε το προσωπικό, — ανακοίνωσε ο Αχιλλέας Βασιλείου με τόνο σχεδόν χαρούμενο, σαν να μου έφερνε ευχάριστα νέα. — Θα αδειάσετε το γραφείο σας αύριο πριν από το μεσημέρι. Τα διαδικαστικά θα τα τακτοποιήσει η Κωνσταντίνα Βλάχος από το τμήμα προσωπικού.
Στα χέρια μου κρατούσα την κούπα με το τσάι που είχε πια κρυώσει. Ήταν πορσελάνινη, λευκή, με μια λεπτή μπλε γραμμή γύρω της. Την είχα φέρει από το σπίτι πριν από είκοσι χρόνια. Είκοσι ολόκληρα χρόνια στεκόταν στο ίδιο περβάζι, κι τώρα, ξαφνικά, έπρεπε να την πάρω και να φύγω.
— Αύριο; — ρώτησα ξανά, σαν να μην είχα ακούσει καλά.
— Αύριο, — είπε εκείνος και χαμογέλασε. — Καταλαβαίνετε, Μαρία Παπαδημητρίου, οι εποχές αλλάζουν. Χρειαζόμαστε νέο αίμα. Νέους ειδικούς, ζωντάνια, σύγχρονη ματιά.
Συνέχισε να μιλά, να εξηγεί, να στολίζει την απόφασή του με ωραίες λέξεις. Εγώ όμως κοιτούσα την κούπα μου και σκεφτόμουν μόνο ένα πράγμα: δεν ήξερε για το τηλεφώνημα.

Ο Αχιλλέας Βασιλείου είχε αναλάβει τη διεύθυνση του περιφερειακού μας κέντρου απασχόλησης πριν από οκτώ μήνες. Είχε εμφανιστεί με χαρτοφύλακα, ακριβά μανικετόκουμπα και έναν κατάλογο ανθρώπων που ήθελε να απομακρύνει. Το δικό μου όνομα βρισκόταν δεύτερο στη σειρά.
— Μην το παίρνετε βαριά, — πρόσθεσε, σηκώνοντας το σώμα του από την καρέκλα. — Θα το κάνουμε αξιοπρεπώς. Συναινετική λύση της συνεργασίας, μια μικρή αποζημίωση.
Μικρή. Μέσα μου χαμογέλασα πικρά.
— Κατάλαβα, κύριε Βασιλείου, — απάντησα ήρεμα. — Σας άκουσα.
Έγνεψε καταφατικά, φανερά αιφνιδιασμένος που ούτε δάκρυσα ούτε άρχισα να τον παρακαλώ. Ύστερα γύρισε την πλάτη και βγήκε.
Άφησα την κούπα πάνω στο γραφείο και πήρα το κινητό μου.
Τριάντα δύο χρόνια. Τόσα είχα υπηρετήσει στο σύστημα απασχόλησης. Ξεκίνησα ως επιθεωρήτρια σε ένα μικρό τοπικό τμήμα, όταν ήμουν είκοσι πέντε χρονών και στα γραφεία δεν υπήρχε ούτε ένας υπολογιστής· μόνο καρτέλες, ντοσιέ και γραφομηχανές. Με τα χρόνια έφτασα στη θέση της υποδιευθύντριας για το μεθοδολογικό έργο. Συνέταξα τρεις περιφερειακούς κανονισμούς, τους οποίους αργότερα αντέγραψαν τέσσερις γειτονικές περιφέρειες. Εκπαίδευσα σαράντα επτά υπαλλήλους, και δώδεκα από αυτούς σήμερα κατέχουν διευθυντικές θέσεις.
Ο Αχιλλέας Βασιλείου βρήκε τα πάντα έτοιμα. Ένα σύστημα που λειτουργούσε, την εμπιστοσύνη του κόσμου, τους δικούς μου κανονισμούς.
Και τώρα ήθελε να με πετάξει έξω με μια «μικρή αποζημίωση».
Άνοιξα τις επαφές στο τηλέφωνο και εντόπισα τον αριθμό που χρειαζόμουν.
Το τηλεφώνημα από το υπουργείο είχε γίνει τρεις ημέρες νωρίτερα. Όχι προς τον διευθυντή· προς εμένα προσωπικά. Η Γεωργία Ανδρέου, προϊσταμένη του τμήματος πολιτικής προσωπικού, μου είχε πει κοφτά: «Μαρία Παπαδημητρίου, συγκροτούμε ομάδα εργασίας για την αναμόρφωση της μεθοδολογικής βάσης. Η συμμετοχή σας είναι απαραίτητη. Να είστε έτοιμη για υπηρεσιακό ταξίδι στη Θεσσαλονίκη την επόμενη εβδομάδα».
Την ευχαρίστησα τότε και δεν είπα τίποτα στον διευθυντή. Στην αρχή απλώς δεν πρόλαβα. Έπειτα σκέφτηκα πως ήταν προτιμότερο να περιμένω.
Και να που η αναμονή άξιζε.
Το επόμενο πρωί μπήκα στο γραφείο προσωπικού ακριβώς στις εννέα. Η Κωνσταντίνα Βλάχος, μια νεαρή γυναίκα με φοβισμένο βλέμμα, με περίμενε ήδη κρατώντας έναν φάκελο με έγγραφα.
— Μαρία Παπαδημητρίου, — άρχισε χαμηλόφωνα, — εδώ είναι η συμφωνία λύσης της συνεργασίας… Ο κύριος Βασιλείου είπε ότι η αποζημίωση θα είναι δύο μισθοί.
Δύο μισθοί. Ο μισθός μου ήταν τετρακόσια δέκα ευρώ. Δηλαδή οκτακόσια είκοσι ευρώ για τριάντα δύο χρόνια δουλειάς.
— Κωνσταντίνα, — είπα χωρίς να υψώσω τη φωνή, — δώσε μου τα χαρτιά να τα δω.
Μου έτεινε τον φάκελο. Τον άνοιξα και γύρισα μία μία τις σελίδες. Το κείμενο ήταν φτιαγμένο προσεκτικά· δεν υπήρχε κάτι παράνομο, μόνο μια στεγνή πρόταση να χωρίσουν οι δρόμοι μας με κοινή συναίνεση και με ένα ποσό που έμοιαζε προσβλητικά αστείο. Μπορούσα να αρνηθώ. Είχα κάθε δικαίωμα. Όμως ο διευθυντής σίγουρα υπολόγιζε στην πίεση, στον φόβο, στην κούρασή μου· περίμενε πως θα υπέγραφα.
— Σήμερα δεν πρόκειται να υπογράψω, — δήλωσα και της επέστρεψα τον φάκελο.
— Μα ο κύριος Βασιλείου…
— Κωνσταντίνα, γνωρίζεις καλά την εργατική νομοθεσία. Η συμφωνία των δύο πλευρών είναι προαιρετική. Έχω δικαίωμα να πάρω χρόνο για να το σκεφτώ. — Σηκώθηκα. — Πες στον διευθυντή ότι στις έντεκα θα είμαι στο γραφείο του.
Ως τις έντεκα είχα προετοιμαστεί.
Πάνω στο γραφείο μου βρίσκονταν μερικά φύλλα χαρτί. Πρώτο ήταν ένα εκτυπωμένο έγγραφο από την επίσημη ιστοσελίδα του υπουργείου.
