“Η γιαγιά είπε… πως μέχρι να ζητήσω συγγνώμη… δεν θα με βάλει μέσα” — η Σοφία τον τυλίγει στη ζακέτα της και πατά επίμονα το κουδούνι

Σπαρακτικά αδικαιολόγητο, σκληρό και βαθιά άδικο.
Ιστορίες

— Κυριάκο! Τι κάνεις πάνω στο τσιμέντο; Πού είναι το μπουφάν σου;

Οι σακούλες γλίστρησαν από τα χέρια της Σοφίας και έπεσαν στα σκαλιά. Ένα μπουκάλι γάλα κύλησε προς τα κάτω, χτυπώντας ρυθμικά στο μπετόν, μα εκείνη δεν το άκουσε καν. Στο πλατύσκαλο, ανάμεσα στον δεύτερο και τον τρίτο όροφο, καθόταν ο εξάχρονος γιος της. Οι λεπτοί του ώμοι, σκεπασμένοι μόνο με ένα ψιλό μπλουζάκι με δεινόσαυρο, έτρεμαν από το ρεύμα της πολυκατοικίας. Είχε μαζέψει τα γόνατά του στην αγκαλιά του και έκλαιγε χωρίς φωνή· μόνο τα χείλη του σπασμωδικά κουνιούνταν, λες και φοβόταν ακόμη και να αναστενάξει δυνατά.

— Αγάπη μου, τι έγινε; Είσαι παγωμένος!

Το παιδί σήκωσε τα κατακόκκινα μάτια του.

— Η γιαγιά είπε… πως μέχρι να ζητήσω συγγνώμη… δεν θα με βάλει μέσα.

— Συγγνώμη για ποιο πράγμα; — Η Σοφία έπιασε τα μικρά του χέρια και φύσηξε πάνω τους για να τα ζεστάνει.

— Είπα ότι η σούπα δεν ήταν νόστιμη. Μόνο αυτό είπα. Μαμά, εσύ δεν λες πως δεν πρέπει να λέμε ψέματα; Κι εκείνη άρχισε να φωνάζει ότι είμαι αυθάδης και με έσπρωξε έξω. Μου είπε να κάτσω εδώ και να το σκεφτώ. Και να μη χτυπήσω το κουδούνι.

Η Σοφία είδε με τη φαντασία της τον γιο της να πατάει το κουδούνι και πίσω από την πόρτα να μην απαντά κανείς. Τον φαντάστηκε να σωριάζεται τελικά στο κρύο πάτωμα, επειδή τα πόδια του δεν τον κρατούσαν άλλο. Δέκα λεπτά; Μισή ώρα; Το στήθος της σφίχτηκε τόσο, σαν να της είχαν τυλίξει τα πλευρά με σύρμα.

Το πρωί η Δήμητρα είχε προσφερθεί μόνη της να κρατήσει τον εγγονό της. Η Σοφία είχε παραξενευτεί· η πεθερά της σπάνια βοηθούσε χωρίς κάποιο υπόγειο σχόλιο. Παρ’ όλα αυτά σκέφτηκε πως ίσως κάτι άλλαζε. Πετάχτηκε για λίγο στο μαγαζί. Και να λοιπόν πώς κατέληξε το περίφημο «θα κάτσω εγώ μαζί του».

Έβγαλε βιαστικά τη ζακέτα της, τύλιξε μ’ αυτήν το παιδί και το έσφιξε επάνω της.

— Τελείωσε, καλό μου. Η μαμά είναι εδώ. Πάμε.

Τον σήκωσε στην αγκαλιά της — ελαφρύ σαν σπουργίτι — και πάτησε το κουδούνι. Το κράτησε πατημένο ώρα, χωρίς να το αφήσει.

Η πόρτα άνοιξε καθυστερημένα. Στο κατώφλι στεκόταν η πεθερά της με ρόμπα, μα με τα μαλλιά φτιαγμένα και τα χείλη βαμμένα. Είχε ύφος θιγμένης αυτοκράτειρας.

— Ήρθες επιτέλους, — πέταξε μέσα από τα δόντια της. — Πάρε τον μικρό σου δάσκαλο της αγωγής. Τρεις ώρες έβραζα σούπα με κόκαλο, κι αυτός μου λέει: «Γιαγιά, δεν είναι νόστιμη». Πώς νομίζεις ότι ακούγεται αυτό;

Η Σοφία άφησε τον Κυριάκο στο χολ, αλλά δεν του άφησε το χέρι. Η φωνή της έγινε άχρωμη και κοφτερή, σαν λεπίδα.

— Πετάξατε έξω ένα εξάχρονο παιδί.

Ψίθυροι Ζωής