“Όλον τον μισθό σου… σχεδόν” — η Ελένη παγώνει, τα δάχτυλά της τρέμουν και το στομάχι της σφίγγεται

Απαράδεκτο, εγωιστικό και βαθιά προδοτικό.
Ιστορίες

Η Ελένη κάθισε απέναντί του, νιώθοντας τον σφυγμό της να δυναμώνει.

— Πόσο είναι το σύνολο της καθυστέρησης; ρώτησε σταθερά.

— Μαζί με τους τόκους και τα πρόστιμα, κοντεύει τις ογδόντα χιλιάδες ευρώ.

Έκλεισε για μια στιγμή τα μάτια. Το ποσό δεν ήταν απλώς μεγάλο· ήταν απειλητικό.

— Γιώργο… πώς φτάσαμε ως εδώ;

Εκείνος αναστέναξε βαριά.

— Υπολόγιζα ότι θα το κάλυπτα με την επόμενη δουλειά. Τελικά η παραγγελία ακυρώθηκε. Και η μητέρα… τηλεφωνούσε, έλεγε πως χρειάζεται λίγη ακόμη βοήθεια. Της έστειλα χρήματα.

Η Ελένη δεν ύψωσε τον τόνο. Μια πικρή κούραση όμως ανέβαινε μέσα της. Σηκώθηκε, γέμισε ένα ποτήρι νερό και ήπιε αργά, σαν να προσπαθούσε να καταπιεί μαζί και την απογοήτευσή της.

— Θα καλύψω αυτή την οφειλή, είπε τελικά. Μία και μοναδική φορά. Από τις προσωπικές μου οικονομίες. Όμως άκουσέ με καλά: δεν πρόκειται ξανά να διορθώσω οικονομικές τρύπες που δημιουργούνται επειδή δεν μπορείς να αρνηθείς στη μητέρα σου.

Το βλέμμα του γέμισε ευγνωμοσύνη, αλλά και ενοχή.

— Σ’ ευχαριστώ. Δεν θα το ξανακάνω. Θα είμαι πιο προσεκτικός.

Εκείνη ένευσε χωρίς να σχολιάσει και πήγε στα παιδιά. Μέσα της, ωστόσο, ήξερε πως οι υποσχέσεις συχνά διαλύονται μπροστά στην πίεση. Ο Γιώργος ήθελε να αποδεικνύεται σωστός γιος. Η Παρασκευή Ιωάννου ήθελε να διατηρεί τον πρώτο ρόλο στη ζωή του. Κι εκείνη επιθυμούσε απλώς ηρεμία, όχι να αντιμετωπίζεται σαν ανεξάντλητη πηγή χρημάτων.

Οι επόμενες μέρες κύλησαν μέσα σε μια σιωπηλή ένταση. Ο Γιώργος όντως έψαχνε πιο δραστήρια για δουλειές και ανέλαβε ένα μεγάλο έργο που απαιτούσε ατελείωτες ώρες. Επέστρεφε αργά, εξαντλημένος, αλλά ικανοποιημένος όταν κατάφερνε να φέρει εισόδημα.

Η πεθερά τηλεφωνούσε πιο αραιά. Όταν όμως καλούσε, η φωνή της δεν είχε πια παράπονο· ήταν ψυχρή, σχεδόν αυστηρή. Οι συζητήσεις τους κρατούσαν πολλή ώρα και μετά από κάθε τέτοιο τηλεφώνημα ο Γιώργος έμενε σκεπτικός, κάποιες φορές και εκνευρισμένος.

Ένα βράδυ, η Ελένη άκουσε άθελά της το τέλος μιας συνομιλίας.

— …το καταλαβαίνω, μαμά. Αλλά η Ελένη δεν συμφωνεί. Δεν μπορώ να την πιέσω.

Η φωνή της Παρασκευής Ιωάννου ακουγόταν καθαρά από το ακουστικό:

— Δηλαδή αφήνεις τη γυναίκα σου να αποφασίζει αν θα βοηθήσεις τη μητέρα σου; Έτσι σε μεγάλωσα, Γιώργο;

Κάτι απάντησε χαμηλόφωνα και έκλεισε.

Μπήκε στο σαλόνι. Η Ελένη κρατούσε ένα βιβλίο, μα τα γράμματα θόλωναν μπροστά της.

— Σε πιέζει ξανά; ρώτησε ήρεμα.

Κάθισε δίπλα της.

— Λέει ότι έχω αλλάξει. Ότι έγινα άβουλος.

— Εσύ τι πιστεύεις;

Χαμήλωσε το βλέμμα.

— Πιστεύω ότι έχεις δίκιο. Πρέπει να αποφασίζουμε εμείς για τη ζωή μας. Αλλά είναι η μητέρα μου… Δεν αντέχω να τη βλέπω να δυσκολεύεται.

Η Ελένη άγγιξε απαλά τον ώμο του.

— Δεν θέλω να υποφέρεις. Ούτε τα παιδιά. Βοήθησέ τη, αλλά όχι εις βάρος μας. Πρέπει να υπάρχει όριο.

Έσφιξε το χέρι της.

— Θα προσπαθήσω.

Την επόμενη κιόλας μέρα, όμως, όλα ανατράπηκαν.

Η Ελένη γύρισε από τη δουλειά και τον βρήκε στην είσοδο με μια βαλίτσα. Το στομάχι της σφίχτηκε.

— Φεύγεις;

— Η μαμά δεν είναι καλά. Κάλεσε ασθενοφόρο, αλλά δεν δέχτηκε να πάει στο νοσοκομείο. Μου ζήτησε να μείνω κοντά της λίγες μέρες.

— Τώρα αμέσως;

— Ναι. Τα παιδιά είναι στο σχολείο. Θα τα πάρεις εσύ. Θα επιστρέψω σε δύο-τρεις μέρες.

Ήθελε να διαμαρτυρηθεί, να πει ότι πρόκειται για ακόμη έναν συναισθηματικό εκβιασμό. Αντί γι’ αυτό, κατάπιε τα λόγια της.

— Εντάξει. Μην αργήσεις.

Τη φίλησε βιαστικά και έφυγε.

Οι δύο πρώτες μέρες πέρασαν ήσυχα. Τα παιδιά είχαν συνηθίσει τις απουσίες του πατέρα τους λόγω δουλειάς. Την τρίτη, όμως, το βράδυ, το τηλέφωνο χτύπησε.

Η φωνή του ακουγόταν εξαντλημένη.

— Ελένη… η μαμά λέει πως οι γιατροί της έγραψαν ακριβά φάρμακα. Ζητά να της στείλω χρήματα για τη θεραπεία.

Η Ελένη κοιτούσε τη βροχή που έπεφτε ψιλή πίσω από το τζάμι.

— Πόσα;

— Εκατό χιλιάδες.

Έσφιξε τα βλέφαρά της.

— Δεν υπάρχουν αυτά τα χρήματα διαθέσιμα. Μόλις κάλυψα τη δική σου οφειλή.

Σιωπή.

— Λέει ότι αν δεν τη βοηθήσει η οικογένεια, δεν έχει σε ποιον να στραφεί.

Η Ελένη ένιωσε πάλι εκείνο το γνώριμο κράμα συμπόνιας και αποφασιστικότητας.

— Πες της ότι θα συνεισφέρουμε σταδιακά. Μόνο από όσα κερδίζεις εσύ. Δεν μπορώ να μας σώζω κάθε φορά από το χείλος του γκρεμού.

— Θα προσπαθήσω να της το εξηγήσω, απάντησε κουρασμένα.

Όταν επέστρεψε, έδειχνε συντετριμμένος. Κλείστηκε σχεδόν αμέσως στο γραφείο του. Αργότερα, αφού τα παιδιά κοιμήθηκαν, η Ελένη τον πλησίασε.

— Τι έγινε;

Έγειρε πίσω στην καρέκλα.

— Είπε ότι, αν εσύ δεν θέλεις να βοηθάς, τουλάχιστον να μην εμποδίζεις εμένα. Ότι εγώ πρέπει να αποφασίζω ως αρχηγός της οικογένειας.

— Κι εσύ;

— Της είπα πως δεν μπορώ να απαιτήσω από σένα να δώσεις τα χρήματά σου. Έχεις δικαίωμα να τα διαχειρίζεσαι όπως θέλεις.

Η Ελένη διέκρινε στο πρόσωπό του το βάρος εκείνης της συζήτησης.

— Αυτό ήταν;

— Ναι… αλλά έκλαιγε. Έλεγε ότι αισθάνεται μόνη.

Η Ελένη κατάλαβε πως η πίεση δεν θα ερχόταν με φωνές, αλλά με σταθερή, ύπουλη επιμονή. Ο Γιώργος βρισκόταν ανάμεσα σε δύο πλευρές και άρχιζε να λυγίζει.

Το επόμενο βράδυ, η ένταση ξέσπασε.

— Ελένη, μήπως να γυρίσουμε κάπως πίσω; είπε ξαφνικά στο τραπέζι. Τα δάνεια μάς πνίγουν, η μητέρα μου υποφέρει, εσύ θυμώνεις…

— Δεν θυμώνω. Προστατεύω το σπίτι μας.

— Δηλαδή εγώ το διαλύω; ύψωσε τη φωνή. Θέλω απλώς να είναι όλοι καλά!

— Δεν γίνεται να είναι όλοι ικανοποιημένοι όταν ένας αποφασίζει για όλους. Πήρες δάνεια χωρίς να με ρωτήσεις. Υποσχέθηκες τον μισθό μου χωρίς να με συμβουλευτείς. Τώρα πρέπει να αναλάβεις την ευθύνη.

Σηκώθηκε απότομα.

— Έχεις αλλάξει. Παλιά ήσουν πιο ήπια.

— Παλιά ήμουν βολική, είπε χαμηλόφωνα. Τώρα είμαι ειλικρινής.

Έκλεισε την πόρτα πίσω του. Εκείνη έμεινε ακίνητη, βαριά αλλά σταθερή. Αν υποχωρούσε, ο κύκλος θα επαναλαμβανόταν.

Δεν φανταζόταν, όμως, ότι το επόμενο χτύπημα θα ερχόταν αλλιώς.

Την επομένη, μπαίνοντας στο σπίτι, βρήκε τον Γιώργο στο σαλόνι, χλωμό, με το κινητό στο χέρι.

— Τι συμβαίνει;

Σήκωσε τα μάτια.

— Η μαμά είπε πως, αν δεν τη στηρίξουμε ουσιαστικά, θα ζητήσει διατροφή από μένα. Νομικά. Ως γιος που δεν τη συντηρεί.

Η Ελένη πάγωσε.

— Το εννοεί;

— Μίλησε ήδη με δικηγόρο. Λέει ότι ο νόμος υποχρεώνει τα παιδιά να συντηρούν γονείς που δεν μπορούν να εργαστούν.

Το ρολόι στον τοίχο ακουγόταν εκκωφαντικό μέσα στη σιωπή.

Η Ελένη κάθισε αργά.

— Τι της απάντησες;

— Ότι θα το σκεφτώ. Της είπα πως έχουμε δική μας οικογένεια, υποχρεώσεις, παιδιά… αλλά δεν ξέρω αν άκουγε.

Η βροχή συνέχιζε να χτυπά το περβάζι. Η Ελένη αντιλήφθηκε πως το ζήτημα είχε περάσει σε άλλη διάσταση. Δεν ήταν πια απλές εκκλήσεις για βοήθεια· ήταν νομική απειλή που μπορούσε να τους διαλύσει.

— Και τώρα; τον ρώτησε ήρεμα.

Εκείνος έμεινε με το βλέμμα χαμηλωμένο.

— Δεν ξέρω… πραγματικά δεν ξέρω.

Τότε η Ελένη συνειδητοποίησε πως η πιο δύσκολη δοκιμασία δεν είχε ακόμη έρθει. Το πώς θα αντιδρούσαν από εδώ και πέρα θα καθόριζε αν θα έμεναν ενωμένοι ή αν οι ρωγμές θα γίνονταν αγεφύρωτες.

Άπλωσε το χέρι της και άγγιξε τον ώμο του. Εκείνος δεν τραβήχτηκε, αλλά ούτε και την κοίταξε.

Η σιωπή στο σπίτι έγινε ασήκωτη, καθώς το σκοτάδι έξω πύκνωνε και η βροχή συνέχιζε να πέφτει, σαν προειδοποίηση ότι η καταιγίδα που ερχόταν δεν θα ήταν μόνο έξω από το παράθυρό τους.

Ψίθυροι Ζωής