– Σπάστε την, Κωνσταντίνε. Ο γιος είναι ο αφέντης εδώ, όχι αυτή η ξένη.
Η φωνή της πεθεράς μου διαπέρασε την πόρτα σαν λεπίδα. Πάγωσα στην κουζίνα, κρατώντας ακόμη το φλιτζάνι. Ο καφές χύθηκε πάνω στη ρόμπα μου, μα δεν αντέδρασα. Είκοσι οκτώ χρόνια άκουγα αυτή τη φωνή. Είκοσι οκτώ χρόνια μου επαναλάμβανε πως δεν ήμουν «από το σόι τους», πως δεν ταίριαζα στον Δημήτριο, πως ήμουν «παραστρατημένη από τη Λάρισα».
Και τώρα έδινε εντολή να παραβιάσουν τη δική μου πόρτα.
Ακούμπησα ήρεμα το φλιτζάνι στον πάγκο. Πλησίασα αθόρυβα τον διάδρομο. Πίσω από την πόρτα άκουγα την ανάσα του Κωνσταντίνου – του κουνιάδου μου, του μικρότερου αδελφού του αείμνηστου συζύγου μου. Του ίδιου ανθρώπου στον οποίο, μέσα σε έξι χρόνια, «δάνεισα» τετρακόσιες ογδόντα χιλιάδες ευρώ. Τα χρήματα που ορκιζόταν κάθε φορά πως θα μου επέστρεφε «αύριο το αργότερο, Δάφνη, στο υπόσχομαι».
– Κι αν είναι μέσα; – τον άκουσα να μουρμουρίζει.

– Δεν είναι. Την πήρα από το πρωί, δεν απαντά. Θα έχει φύγει στο εξοχικό της. Τώρα είναι η κατάλληλη στιγμή.
Χαμογέλασα. Για πρώτη φορά μετά τον θάνατο του Δημητρίου, πριν από τρία χρόνια, χαμογέλασα τόσο πλατιά που ένιωσα τα μάγουλά μου να πονούν. Το κινητό μου βρισκόταν στην τσέπη της ρόμπας, στο αθόρυβο από τις έξι το πρωί. Επίτηδες. Την περίμενα αυτή τη μέρα.
Την περίμενα ακριβώς έξι μήνες.
Όλα είχαν ξεκινήσει από μια κατσαρόλα μπορς. Ή, για την ακρίβεια, από το περιεχόμενό της που κατέληξε στον νεροχύτη. Καλοκαίρι του 2003. Ήμουν στον έβδομο μήνα της εγκυμοσύνης μου, στεκόμουν ώρες όρθια για να το ετοιμάσω. Η Κυριακή μπήκε στην κουζίνα, το μύρισε και ανασήκωσε το φρύδι.
– Χρωματισμένο νερό είναι αυτό. Ο γιος μου δεν πρόκειται να το φάει.
Και πριν προλάβω να αντιδράσω, άδειασε τρία λίτρα στον νεροχύτη. Ο Δημήτριος σώπασε. Κι εγώ επίσης. Είπα μέσα μου πως είναι παλιάς κοπής γυναίκα, πως δεν αξίζει να ταράξω τα νεύρα μου – το παιδί που κουβαλούσα είχε μεγαλύτερη σημασία από μια σούπα.
Έκανα υπομονή. Για είκοσι οκτώ ολόκληρα χρόνια.
Στο διάστημα αυτό άκουσα ότι ήμουν «ψυχρή», «άκαρπη» – παρότι γέννησα κόρη, αλλά «όχι αγόρι, όχι από το δικό μας αίμα» –, ότι ήμουν «καριερίστρια», «γυναίκα με έπαρση». Εργαζόμουν στο νομικό τμήμα μεγάλου εργοστασίου, ταξίδευα συχνά, κι από τα μπόνους των επαγγελματικών αποστολών αγοράσαμε το 2005 αυτό το διαμέρισμα. Εκατόν δώδεκα τετραγωνικά, δύο λότζιες, θέα σε πάρκο. Σήμερα θα άξιζε έντεκα εκατομμύρια.
Ο Δημήτριος το έλεγε ξεκάθαρα στη μητέρα του:
– Μαμά, η Δάφνη το πλήρωσε. Με τον μισθό μου ως γυμναστής ούτε γκαρσονιέρα δεν θα παίρναμε.
Η Κυριακή κουνούσε το κεφάλι, σφίγγοντας τα χείλη, και δεν απαντούσε. Δέκα λεπτά μετά όμως επανερχόταν:
– Δημητράκη, εσύ είσαι ο αρχηγός του σπιτιού. Όλα από εσένα ξεκινούν.
Τρία χρόνια πριν, ο Δημήτριος σηκώθηκε το πρωί, πήγε ως το μπάνιο και δεν ξαναβγήκε. Καρδιά. Εγώ κάλεσα το ασθενοφόρο, εγώ τον συνόδευσα, εγώ τα οργάνωσα όλα. Η πεθερά μου εμφανίστηκε στην κηδεία και η πρώτη της ερώτηση ήταν:
– Δάφνη, τα κλειδιά του σπιτιού του Δημήτρη πού είναι; Δώσε μου ένα σετ. Να περνάω να ποτίζω τα λουλούδια.
Στο σπίτι μου δεν υπήρχαν ποτέ λουλούδια. Έχω αλλεργία.
Κι όμως, της έδωσα κλειδιά. Από εξάντληση, από πένθος, από συνήθεια σιωπής τόσων χρόνων. Το μεγαλύτερο λάθος της ζωής μου.
Πριν έξι μήνες γύρισα από το γραφείο – δεν έχω αποσυρθεί πλήρως, κάνω ακόμη ιδιωτικές νομικές συμβουλές – και βρήκα στην είσοδο ένα ζευγάρι αντρικές παντόφλες, νούμερο σαράντα πέντε. Στην κουζίνα, η Κυριακή και ο Κωνσταντίνος κάθονταν στο τραπέζι μου. Έπιναν τσάι από τα φλιτζάνια μου. Μπροστά τους ήταν απλωμένα τα έγγραφά μου. Ο φάκελος με την ένδειξη «ΔΙΑΜΕΡΙΣΜΑ» είχε βγει από την ντουλάπα και ήταν ανοιχτός.
– Α, Δάφνη, ήρθες, – είπε χωρίς να σηκωθεί. – Συζητήσαμε με τον Κωνσταντίνο. Δεν έχει πού να μείνει, η Μαρία τον πέταξε έξω, υπάρχει και μικρό παιδί. Αποφασίσαμε να τον δηλώσουμε εδώ. Προσωρινά. Για πέντε, άντε δέκα χρόνια.
Έβγαλα αργά το παλτό μου.
– Κυριακή, ποιος σας έδωσε το δικαίωμα να μπείτε;
– Έχω κλειδιά, το ξέχασες; – γέλασε. – Κι έπειτα, εδώ μέσα είμαι κι εγώ νοικοκυρά. Ο γιος μου το πήρε το σπίτι.
– Το σπίτι το αγόρασα εγώ. Με δικά μου χρήματα.
– Μην αρχίζεις πάλι. Ο Δημήτρης ήταν ο άντρας, ο κουβαλητής. Χωρίς εκείνον εσύ…
Πλησίασα το τραπέζι. Συγκέντρωσα προσεκτικά τα χαρτιά μου σε στοίβα. Έκλεισα τον φάκελο και τον κράτησα κάτω από το μπράτσο. Από την τσάντα μου έβγαλα έναν λεπτό μπλε φάκελο – τον κουβαλούσα ήδη δύο μήνες μαζί μου. Από ένστικτο. Μέσα υπήρχαν είκοσι τρεις χειρόγραφες αποδείξεις, όλες υπογεγραμμένες από τον Κωνσταντίνο, γραμμένες με το στυλό της κουζίνας μου πάνω σε φύλλα τετραδίου της κόρης μου. Μαζί και εκτυπώσεις τραπεζικών μεταφορών, που φρόντιζα να ζητώ κάθε εξάμηνο. Επαγγελματική διαστροφή του νομικού.
Η Κυριακή παρακολουθούσε τα χέρια μου. Δεν είχε ακόμη αντιληφθεί τι ερχόταν, όμως κάτι διαισθανόταν. Το πρόσωπό της έχασε το χρώμα του, έγινε γκρίζο, σαν παλιά γυαλισμένη πέτρα που ξαφνικά ραγίζει. Κι εγώ ήξερα πως είχε φτάσει η στιγμή να πάψει επιτέλους να με θεωρεί αδύναμη.
