— Μια χαρά τα καταφέρνεις μόνος σου στη δημόσια εικόνα σου, — απάντησε η Ελένη Παπαδοπούλου με ήρεμη, σχεδόν αδιάφορη φωνή.
Ο Νίκος Λαζαρίδης μουρμούρισε κάτι ακατάληπτο, σαν να ήθελε να έχει τον τελευταίο λόγο, και βγήκε ξανά από το διαμέρισμα.
Το ίδιο βράδυ, όταν ο Παναγιώτης Σταματιάδης αποκοιμήθηκε, η Ελένη έβαλε νερό να ζεσταθεί για τσάι, άνοιξε τον φορητό της υπολογιστή και μπήκε στην εφαρμογή της τράπεζας. Δεν ένιωθε ακριβώς πόνο· περισσότερο μια αίσθηση αηδίας. Σαν μετά από μια κουβέντα όπου επιτέλους σου λένε την αλήθεια κατάμουτρα: δεν είσαι αγαπημένη ούτε σεβαστή — είσαι απλώς βολική.
— Ωραία λοιπόν, Νίκο, — ψιθύρισε στην άδεια κουζίνα. — Ξεχωριστά, σημαίνει ξεχωριστά.
Πρώτα ακύρωσε την πάγια εντολή για το δάνειο του αυτοκινήτου. Το όχημα ήταν στο όνομά του, κι όμως σχεδόν δύο χρόνια οι δόσεις έφευγαν από τον δικό της λογαριασμό. Κάθε φορά υπήρχε μια δικαιολογία: καθυστέρησε το μπόνους, μπλοκαρίστηκε η κάρτα, «Ελένη, κάλυψέ το τώρα και στα επιστρέφω». Μετά διέκοψε την αυτόματη ανανέωση του κινητού του. Τέλος, σταμάτησε και την πληρωμή για το ίντερνετ του σπιτιού — το συμβόλαιο ήταν επίσης στο όνομά του. Εκείνη για τη δουλειά της μπορούσε να αρκεστεί στα δεδομένα του κινητού, και τα παιδικά μπορούσαν να κατεβαίνουν από πριν.
Μερικές μέρες αργότερα, ο Νίκος μπήκε στο σπίτι με ύφος ανθρώπου που κάνει πως δεν μυρίζει το ψητό κοτόπουλο, από πείσμα και μόνο.
— Τι συμβαίνει με το wi‑fi; — φώναξε από το σαλόνι. — Δεν φορτώνει τίποτα!
— Ιδέα δεν έχω, — απάντησε η Ελένη χωρίς να γυρίσει. — Ίσως το έκοψαν λόγω οφειλής.
— Ποιας οφειλής; Εσύ δεν το πλήρωνες;
— Το πλήρωνα. Τώρα όχι. Το συμβόλαιο είναι δικό σου, το ίντερνετ δικό σου, ο προϋπολογισμός χωριστός. Ή στο καινούργιο σας δόγμα το ίντερνετ θεωρείται περιττή πολυτέλεια;
Εμφανίστηκε στην πόρτα της κουζίνας κατακόκκινος.
— Το κάνεις επίτηδες;
— Αν το έκανα επίτηδες, θα είχα κατεβάσει και τον γενικό. Αυτό λέγεται απλώς συνέπεια.
— Φέρεσαι μικρόψυχα.
— Κι εσύ λατρεύεις τη λέξη «δικαιοσύνη» μόνο όταν δεν χρειάζεται να πληρώσεις εσύ.
Άρπαξε τα κλειδιά και έφυγε. Αυτή τη φορά χωρίς θεατρικό χτύπημα πόρτας· φαίνεται πως κι η επίδειξη απαιτούσε ενέργεια.
Δύο ημέρες μετά, χτύπησε το τηλέφωνο. Στην οθόνη εμφανίστηκε το όνομα της Βασιλικής Μακρή.
— Ελένη, τι ανοησίες είναι αυτές; — η φωνή της έτρεμε από αγανάκτηση. — Τον παίρνουν από την τράπεζα για καθυστέρηση στη δόση του αυτοκινήτου. Σκέφτεσαι καθόλου;
— Σκέφτομαι. Και μάλιστα πιο καθαρά από ποτέ.
— Μη μου μιλάς έτσι. Είσαι σύζυγος ή τι ακριβώς; Ο Νίκος έχει πιεστική δουλειά, ασταθές εισόδημα, κι εσύ του κάνεις επίδειξη τιμωρίας.
— Ο «Νίκος» είναι τριάντα έξι ετών, με κοιλίτσα, δάνειο και τη συνήθεια να ζει με χρήματα της γυναίκας του. Και ας αφήσουμε τα δράματα. Εσείς δεν του μάθατε ότι ο καθένας οφείλει να πληρώνει τα δικά του;
— Του έμαθα να μη γίνεται αντικείμενο εκμετάλλευσης!
— Τέλεια. Τότε συγχαρητήρια. Ο γιος σας επιτέλους δεν εκμεταλλεύεται κανέναν — καλύπτει μόνος του τα έξοδά του.
— Τι λες; Η οικογένεια δεν λειτουργεί έτσι!
Η Ελένη πήρε μια αργή ανάσα πριν απαντήσει, νιώθοντας πως αυτή η συζήτηση μόλις άρχιζε να αγγίζει την ουσία.
