— Μπορείς να μου το εξηγήσεις καθαρά, Αλέξανδρε Παπαδόπουλε; Είμαι γυναίκα σου ή απλώς μια επέκταση της χρεωστικής σου; — πέταξε η Δήμητρα Ιωάννου, αφήνοντας το κινητό πάνω στο τραπέζι τόσο απότομα που το κουταλάκι χτύπησε στο φλιτζάνι.
Ο Αλέξανδρος έμεινε ακίνητος με το γάλα στο χέρι, σαν να τον είχαν πιάσει επ’ αυτοφώρω για κάποιο μικρό οικογενειακό παράπτωμα κι όχι απλώς στην κουζίνα του σπιτιού του.
Η κουζίνα του μικρού νοικιασμένου διαμερίσματος ήταν στριμωγμένη, με μυρωδιά που άλλαζε ανάμεσα σε τηγανισμένο κρεμμύδι και παλιά μπογιά από το καλοριφέρ. Στο περβάζι κρύωνε μια μηλόπιτα, στο νεροχύτη περίμεναν δύο πιάτα και πάνω από το τραπέζι κρεμόταν ένα φωτιστικό που άναβε μόνο αν του έδινες ένα ελαφρύ χτύπημα. Ρομαντισμός… σε πακέτο προσφοράς.
— Δήμητρα, γιατί ξεκινάς έτσι; — είπε κουρασμένα, αφήνοντας το γάλα. — Η μαμά απλώς ρώτησε αν μπορούμε να βοηθήσουμε. Δεν απαίτησε τίποτα.
— Α, ναι; — σταύρωσε τα χέρια της. — Η Μαρία Παπαδοπούλου έχει ιδιαίτερο ταλέντο στο «απλώς ρωτάω». Το κάνει με τέτοιον τρόπο που στο τέλος νιώθεις πως αν δεν πουλήσεις νεφρό, θα χαρακτηριστείς αχάριστη νύφη.

— Υπερβάλλεις.
— Εγώ; — χαμογέλασε ειρωνικά, μα το βλέμμα της έμεινε παγωμένο. — Σήμερα κλείνουμε έναν μήνα που ζούμε επίσημα σαν παντρεμένοι. Έφτιαξα γλυκό, άνοιξα τετράδιο για να σχεδιάσουμε πώς θα μαζέψουμε χρήματα για δικό μας σπίτι. Και τελικά μαθαίνω ότι ο οικογενειακός μας προϋπολογισμός έχει ήδη μετακομίσει στο σπίτι της μητέρας σου.
Ο Αλέξανδρος έτριψε το πρόσωπό του και κάθισε στο σκαμπό.
— Καθυστέρησαν τον μισθό του πατέρα. Χρειάζονται τριάντα χιλιάδες ευρώ για δυο εβδομάδες. Θα τα επιστρέψουν.
— Να η φράση-καμπανάκι, — χτύπησε με το δάχτυλο το τραπέζι. — Από εδώ ξεκινούν οι κωμωδίες. Ή, στη δική μας περίπτωση, τα οικογενειακά δράματα μακράς διαρκείας.
— Είναι οι γονείς μου, Δήμητρα. Όχι ξένοι.
— Κι εγώ τι είμαι; Συγκάτοικος με αριθμομηχανή και σταθερό μισθό;
Σήκωσε το βλέμμα του. Ενοχή και ενόχληση μπλέκονταν στο πρόσωπό του.
— Δεν ζητάω για μένα.
— Ακριβώς. Για σένα δεν έχεις ζητήσει ποτέ. Πάντα για κάποιον άλλον: για τους γονείς, για τις «συνθήκες», για το σύμπαν που δήθεν σας αδικεί οικονομικά.
Άνοιξε το τετράδιο. Οι γραμμές ήταν γεμάτες νούμερα: ενοίκιο, λογαριασμοί, τρόφιμα, μετακινήσεις.
— Εδώ, κοίτα. Εσύ πρότεινες να ζήσουμε λιτά και να βάζουμε στην άκρη είκοσι χιλιάδες τον μήνα. Σε δύο χρόνια προκαταβολή για σπίτι. Σοβαρό, ώριμο σχέδιο. Κι έχουν περάσει μόλις δύο μήνες και ήδη ακούμε το γνωστό «μα είναι οι γονείς».
— Θα τα επιστρέψουν, — επέμεινε.
Η Δήμητρα πήρε βαθιά ανάσα.
— Εντάξει. Μία φορά. Σε δεκατέσσερις μέρες τα χρήματα πίσω στον λογαριασμό. Και δεν θα το ξεχάσω.
— Ευχαριστώ, — είπε με ανακούφιση και άπλωσε το χέρι του.
— Μην το γλυκάνεις τώρα, — το τράβηξε εκείνη. — Βανίλια δέχομαι μόνο στη μηλόπιτα.
Το ίδιο βράδυ έγινε η μεταφορά. Από τις σαράντα χιλιάδες που είχαν προλάβει να αποταμιεύσουν, έμειναν δέκα. Η Δήμητρα δεν είπε τίποτα τότε. Όμως μέσα της ένιωθε πως δεν είχαν απλώς βοηθήσει συγγενείς· είχαν ανοίξει μια πόρτα που δύσκολα θα ξανάκλεινε.
Πέρασαν τρεις εβδομάδες. Τα χρήματα δεν επέστρεψαν.
Μια ακόμη εβδομάδα αργότερα, ο Αλέξανδρος εμφανίστηκε με εκείνη τη γνώριμη έκφραση που έκανε το βλέφαρό της να τρεμοπαίζει.
— Μην μου πεις ότι έχουμε συνέχεια, — είπε χωρίς να γυρίσει από την κουζίνα.
— Δήμητρα…
— Φυσικά και έχουμε. Τι συμβαίνει τώρα; Πλημμύρα, πληθωρισμός, ανάδρομος Ερμής ή ο Διονύσης Παπαδόπουλος θυμήθηκε το δάνειο;
— Έχει όντως δάνειο. Καθυστέρηση. Χρειάζονται επειγόντως σαράντα χιλιάδες, αλλιώς θα μπουν προσαυξήσεις.
Έκλεισε το μάτι της κουζίνας και στράφηκε προς το μέρος του.
— Άρα οι τριάντα χάθηκαν κάπου στο σύμπαν και τώρα άλλα σαράντα;
— Καταλαβαίνω πώς φαίνεται…
— Όχι, δεν καταλαβαίνεις. Αν καταλάβαινες, θα είχες ήδη πει «δεν μπορούμε». Αντί γι’ αυτό, έρχεσαι με ύφος βρεγμένου κουταβιού και περιμένεις να γίνω χαλάκι.
— Μίλα με σεβασμό για τους γονείς μου, — είπε σφιχτά.
— Ας φροντίσουν κι εκείνοι να φέρονται με τρόπο που να εμπνέει σεβασμό, — αντέτεινε.
Κάθισε απέναντί της.
— Δεν μπορώ να τους αρνηθώ. Με μεγάλωσαν, με σπούδασαν, έκαναν τα πάντα για μένα.
— Και τώρα εξαργυρώνουν την επένδυση; — χαμογέλασε πικρά.
Σιωπή.
— Εντάξει, — είπε τελικά κουρασμένα. — Αυτή είναι η τελευταία φορά. Το εννοώ. Αν ξανασυμβεί, θα κάνουμε πολύ σοβαρή κουβέντα.
— Ναι, τελευταία, — έγνεψε γρήγορα.
Η φράση «τελευταία φορά» της ακουγόταν πλέον σαν το «μπαίνω για πέντε λεπτά στο μαγαζί» πριν από γιορτές. Κανείς δεν το πιστεύει, κι όμως όλοι το λένε.
Και μετά όλα πήραν τον γνώριμο κατήφορο. Η Μαρία Παπαδοπούλου τηλεφωνούσε σχεδόν με πρόγραμμα, σαν να είχε υπενθύμιση: «Επικοινωνία με το εναλλακτικό ταμείο».
Είκοσι πέντε χιλιάδες για συνεργείο.
Δεκαπέντε «μέχρι να μπει ο μισθός».
Τριάντα για «να κλείσει μια εκκρεμότητα».
Πάντα επείγον, πάντα σημαντικό, πάντα με διαβεβαίωση επιστροφής.
Η Δήμητρα άνοιξε έναν ξεχωριστό λογαριασμό. Μυστικό. Έβαζε μέσα δύο, τρεις, πέντε χιλιάδες όποτε μπορούσε. Όχι από άνεση, αλλά από καθαρή διαίσθηση: όταν το καράβι μπάζει νερά, πρέπει τουλάχιστον να ξέρεις πού είναι το σωσίβιο.
Ένα βράδυ άπλωσε μπροστά στον Αλέξανδρο το τετράδιο, μαζί με εκτυπώσεις από την τράπεζα και αποδείξεις συναλλαγών. Τα νούμερα σχημάτιζαν μια πραγματικότητα που δεν χωρούσε πια σε υπεκφυγές, και η κουβέντα που θα ακολουθούσε δεν θα ήταν ούτε σύντομη ούτε ευχάριστη.
