— Έχεις χάσει τελείως τα λογικά σου;
Έτσι ακριβώς. Χωρίς «καλησπέρα», χωρίς καμία εισαγωγή, χωρίς ούτε τα στοιχειώδη προσχήματα. Κατευθείαν επίθεση, από την πόρτα στο πρόσωπο.
Η Αναστασία Διαμαντοπούλου στεκόταν στην κουζίνα και τακτοποιούσε τα ψώνια στο ψυγείο. Συνηθισμένο σκηνικό Παρασκευής: είχε μόλις σχολάσει, πέρασε από το σούπερ μάρκετ, γέμισε σακούλες με τα απαραίτητα και τώρα τα έβαζε στη θέση τους. Τα χέρια της κινούνταν μηχανικά, το μυαλό της έκανε ήδη λίστα για το Σαββατοκύριακο — και τότε έσκασε αυτό.
Ο Δημήτριος Οικονόμου μπήκε στην κουζίνα κρατώντας το κινητό του. Το ύφος του πρόδιδε ότι κάτι είχε συμβεί. Όχι με τον ίδιο. Με τη μητέρα του. Που, στην πράξη, σήμαινε πως το θέμα θα κατέληγε στην Αναστασία — γιατί στο σπίτι τους αυτά τα δύο ήταν αλληλένδετα.
— Πήρε η μαμά, είπε αφήνοντας το τηλέφωνο στο τραπέζι. — Αύριο πρέπει να πάει στο Κέντρο Υγείας, μετά σε μια δημόσια υπηρεσία για χαρτιά και μετά κάπου αλλού. Αφού έχεις αυτοκίνητο, πήγαινέ τη.

Η Αναστασία ακούμπησε αργά το γάλα στο ράφι και γύρισε προς το μέρος του.
— Δημήτρη, αύριο είναι Σάββατο.
— Και;
— Έχω κανονίσει πράγματα.
Την κοίταξε σαν να μιλούσε άλλη γλώσσα. Κανονίσει; Εκείνη; Σάββατο; Την ώρα που η μητέρα του θα περίμενε σε ουρές;
— Τι ακριβώς έχεις κανονίσει; — ρώτησε, με εκείνον τον τόνο που ήξερε πια να αναγνωρίζει: μια συγκαλυμμένη απαξίωση μεταμφιεσμένη σε απορία. — Δεν θα έκανες και κάτι σπουδαίο.
Κάπου μέσα της κάτι μετακινήθηκε. Όχι απότομα. Αλλά οριστικά.
— Δεν είμαι ο προσωπικός οδηγός της μητέρας σου.
Ο Δημήτριος έμεινε ακίνητος.
Η σιωπή που ακολούθησε ήταν βαριά. Το ψυγείο βούιζε χαμηλόφωνα, από τον δρόμο ακούστηκε μια κόρνα. Η Αναστασία δεν κατέβασε το βλέμμα. Και η ίδια ξαφνιάστηκε από το πόσο ήρεμα το είχε πει — χωρίς φωνές, χωρίς υστερίες. Σαν διαπίστωση.
— Τι είπες;
— Άκουσες.
Και τότε ξεκίνησε το γνώριμο έργο.
Ο Δημήτριος είχε έναν ιδιαίτερο τρόπο να «πληγώνεται». Στα οκτώ χρόνια που ζούσαν μαζί, η Αναστασία τον είχε μάθει καλά. Δεν φώναζε, δεν χτυπούσε πόρτες. Αντίθετα, βυθιζόταν σε μια παγωμένη αποστασιοποίηση, σαν να κατέβαινε σε μεγάλα βάθη, και από εκεί την κοιτούσε με βλέμμα ανθρώπου που προδόθηκε.
Έφυγε από την κουζίνα. Κάθισε στο σαλόνι, άνοιξε την τηλεόραση και κάρφωσε το βλέμμα του στην οθόνη.
Η Αναστασία τελείωσε το τακτοποίημα. Έβαλε νερό να βράσει. Έκοψε ψωμί. Οι κινήσεις της ήταν αυτόματες, σχεδόν άδειες από συναίσθημα. Το μυαλό της, όμως, δούλευε πυρετωδώς.
Σκεφτόταν την Αγγελική Οικονόμου.
Πενήντα οκτώ ετών, γεροδεμένη, με καστανά μάτια που διαπερνούσαν τον συνομιλητή. Είχε το χάρισμα να βγαίνει πάντα «σωστή» — τουλάχιστον στη δική της εκδοχή της πραγματικότητας. Δεν ήταν αγενής με την Αναστασία κατά πρόσωπο. Όχι, αυτό θα ήταν πολύ ωμό. Προτιμούσε άλλες μεθόδους: υπαινιγμούς μέσω του γιου της, τηλεφωνήματα σε ακατάλληλες ώρες, σχόλια που έμοιαζαν αθώα αλλά άφηναν αγκάθια.
«Αναστασία μου, είσαι διαρκώς τόσο απασχολημένη», έλεγε με έναν τόνο που μετέφραζε τη λέξη «απασχολημένη» σε «άκαρδη».
Και ο Δημήτριος άκουγε. Και συμφωνούσε. Γιατί η μητέρα είναι μητέρα.
Η Αναστασία ήπιε μια γουλιά τσάι και κοίταξε έξω από το παράθυρο.
Δούλευε ως υπεύθυνη σε εταιρεία logistics. Πλήρες ωράριο, συχνά με υπερωρίες. Το αυτοκίνητό της —ένα μικρό χάτσμπακ— το είχε αγοράσει με δικά της χρήματα τρία χρόνια πριν. Κι όμως, αυτό το απλό γεγονός είχε μετατραπεί σταδιακά σε οικογενειακό μέσο μεταφοράς για την πεθερά της.
Στην αρχή ήταν «μια εξυπηρέτηση». Μετά έγινε συνήθεια.
«Αναστασία, πήγαινε τη μαμά στη λαϊκή». Μία φορά.
«Αναστασία, έχει ραντεβού στην άλλη άκρη της πόλης». Δύο.
«Αναστασία, δεν μπορεί να κουβαλήσει τις σακούλες». Τρεις, τέσσερις, πέντε…
Και κάθε φορά εκείνη δεχόταν. Από ευγένεια. Από ενοχή. Από την ιδέα ότι «δεν είναι και τίποτα δύσκολο».
Μέχρι σήμερα.
Το πρωί, στο πρωινό, ο Δημήτριος δεν της μίλησε. Καθόταν με την κούπα του καφέ, σκρολάροντας στο κινητό του επιδεικτικά, σαν να ήταν παρών αλλά εκείνη αόρατη.
Η Αναστασία ετοιμάστηκε αθόρυβα. Φόρεσε το μπουφάν της, πήρε την τσάντα.
— Φεύγω, είπε στον χώρο.
Καμία απάντηση.
Βγήκε.
Στο πάρκινγκ ξεκλείδωσε το αυτοκίνητο και κάθισε για λίγα δευτερόλεπτα κρατώντας το τιμόνι. Η πόλη είχε ήδη ξυπνήσει — λεωφορεία, ποδήλατα, άνθρωποι με καφέ στο χέρι. Απρίλιος, φωτεινός και σχεδόν προκλητικός, με εκείνο το καθαρό φως που σε κάνει να μισοκλείνεις τα μάτια.
Κατευθύνθηκε προς το κέντρο.
Υπήρχε ένας μικρός χώρος συνεργασίας όπου πήγαινε καμιά φορά τα Σαββατοκύριακα, για να δουλέψει μακριά από το σπίτι. Κάθισε δίπλα στο παράθυρο, άνοιξε το λάπτοπ, παρήγγειλε καπουτσίνο. Προσπάθησε να βυθιστεί σε μια αναφορά, όμως οι σκέψεις της επέστρεφαν επίμονα.
Το κινητό της άρχισε να δονείται. Άγνωστος αριθμός.
— Αναστασία μου; — η φωνή ήταν γλυκιά, σχεδόν μελιστάλακτη. Η Αγγελική Οικονόμου. — Πού βρίσκεσαι, κορίτσι μου; Ο Δημήτρης είπε πως είσαι ελεύθερη σήμερα…
Η Αναστασία έκλεισε για μια στιγμή τα μάτια.
— Κυρία Αγγελική, έχω δουλειά.
— Μα είναι Σάββατο…
— Το Σάββατο δεν είναι αργία για όλους το ίδιο. Δεν θα μπορέσω σήμερα.
Μικρή παύση. Έπειτα, χαμηλόφωνα:
— Καταλαβαίνω.
Η γραμμή έκλεισε.
Η Αναστασία άφησε το τηλέφωνο στο τραπέζι και κοίταξε την οθόνη. Ο κέρσορας αναβόσβηνε σε μια κενή γραμμή. Ένα τραμ πέρασε βροντώντας, κι ένα κοριτσάκι τραβούσε τη μητέρα του προς μια βιτρίνα με παιχνίδια.
Σκέφτηκε πως τώρα θα τηλεφωνήσει ο Δημήτριος. Θα μιλήσει για εγωισμό. Για το ότι «η μαμά είναι μόνη». Για το πόσο «εύκολο» θα ήταν να βοηθήσει.
Όμως δεν τηλεφώνησε.
Αντί γι’ αυτό, ήρθε ένα μήνυμα. Δεν ήταν από εκείνον. Ήταν από έναν άγνωστο αριθμό.
