Για παν ενδεχόμενο. Κι όταν άρχισες να «μένεις υπερωρίες» όλο και συχνότερα, θεώρησα φρόνιμο να ρωτήσω τον αδελφό μου τι ισχύει με το αυτοκίνητο. Μου επιβεβαίωσε ότι η εξουσιοδότηση δεν είχε αλλάξει ακόμη όνομα.
Έκλεισε τον φάκελο με σταθερή κίνηση και ακούμπησε και τα δύο της χέρια πάνω στο τραπέζι, παράλληλα, χωρίς ίχνος ταραχής.
— Επομένως, Αλέξανδρε, μπορείς να πας στη Μαρίνα Καραγιάννη ακόμη και σήμερα. Αν θέλεις, μάζεψε τα πράγματά σου αυτή τη στιγμή. Το σπίτι όμως και το αυτοκίνητο δεν τα παίρνεις. Ούτε νομικά ούτε στην πράξη.
Εκείνος την κάρφωσε με βλέμμα βαρύ, σχεδόν ασήκωτο. Θυμός, σύγχυση, πληγωμένος εγωισμός και δυσπιστία μπλέκονταν στο πρόσωπό του.
— Δηλαδή… με κορόιδευες δέκα ολόκληρα χρόνια; — κατάφερε να αρθρώσει.
— Όχι, — είπε χαμηλόφωνα. — Σε αγαπούσα. Πίστευα πως η ζωή μας ήταν κοινή και αδιαίρετη. Γι’ αυτό και δεν αντέδρασα όταν ήθελες να φαίνεσαι εσύ «ο αρχηγός». Αυτό όμως δεν σημαίνει πως ήμουν ανόητη. Ούτε τότε. Ούτε τώρα.
Ο Αλέξανδρος έσπρωξε απότομα την καρέκλα και σηκώθηκε. Έκανε δύο βήματα προς την πόρτα, μα κοντοστάθηκε.
— Δεν τελειώσαμε, — πέταξε χωρίς να την κοιτάξει.
— Έχουμε ήδη τελειώσει, — αποκρίθηκε ήρεμα η Δάφνη Χριστοδούλου. — Από εδώ και πέρα, αν επιμείνεις, θα μιλήσουν τα δικαστήρια. Κι εγώ θα εμφανιστώ με όλα τα έγγραφα.
Η πόρτα έκλεισε με δύναμη· τα ποτήρια στο ντουλάπι κουδούνισαν. Η Δάφνη έμεινε ακίνητη στην καρέκλα της για πολλή ώρα. Έπειτα, με αργές κινήσεις, τακτοποίησε τα χαρτιά ξανά στον φάκελο και τον έβαλε στη θέση του. Πήγε στην κουζίνα, άνοιξε τη βρύση και συνέχισε να πλένει το πιάτο που είχε αφήσει μισοτελειωμένο πριν εμφανιστεί εκείνος. Το νερό είχε πια παγώσει. Δεν έκλαψε. Παρακολουθούσε απλώς τις σταγόνες να πέφτουν στον νεροχύτη, ρυθμικά, αδιάκοπα.
Έξω είχε αρχίσει μια συνηθισμένη φθινοπωρινή βροχή.
Το επόμενο πρωί ξύπνησε νωρίτερα απ’ ό,τι συνήθως. Το φως δεν είχε ακόμη διαπεράσει τις βαριές κουρτίνες, όμως στο σπίτι απλωνόταν εκείνη η ιδιαίτερη σιωπή που υπάρχει μόνο όταν κάποιος έχει φύγει οριστικά και δεν έχει επιστρέψει ούτε για τα ξεχασμένα του αντικείμενα.
Ξάπλωσε κοιτάζοντας το ταβάνι και άκουγε την αναπνοή της. Παράξενο — η καρδιά της χτυπούσε ήρεμα. Δεν υπήρχε κόμπος στον λαιμό, ούτε παρόρμηση να κρυφτεί κάτω από το μαξιλάρι. Μόνο ένα ελαφρύ, σχεδόν διάφανο κενό, σαν να είχε αφαιρεθεί προσεκτικά από μέσα της κάτι περιττό.
Σηκώθηκε, τράβηξε ελαφρά την κουρτίνα και κοίταξε την αυλή. Το αυτοκίνητο του Αλέξανδρου ήταν παρκαρισμένο στη γνώριμη θέση. Άρα δεν είχε φύγει αμέσως το προηγούμενο βράδυ. Ίσως να κοιμήθηκε στη Μαρίνα. Ίσως σε κάποιον φίλο. Ίσως να έμεινε μέσα στο ίδιο του το αμάξι, καταπίνοντας τον θυμό του. Δεν είχε σημασία.
Έκλεισε ξανά την κουρτίνα και πήγε στην κουζίνα. Έβαλε τον βραστήρα και πήρε από το ράφι τη μεγάλη της κούπα με τις μικρές μαργαρίτες — εκείνη που ο Αλέξανδρος αποκαλούσε περιφρονητικά «παλιατζούρα της γιαγιάς» και ήθελε να πετάξει. Η κούπα έμεινε. Ο Αλέξανδρος έφυγε.
Όσο το νερό ζεσταινόταν, άνοιξε τον φορητό υπολογιστή. Δεν έγραψε επιστολή ούτε εξομολόγηση. Δημιούργησε μια λίστα: καθαρή, αριθμημένη, με ημερομηνίες και ποσά.
Διαμέρισμα — όλα τα αποδεικτικά συγκεντρωμένα· χρειάζεται ραντεβού με συμβολαιογράφο για επιβεβαίωση προγαμιαίων κεφαλαίων.
Αυτοκίνητο — επικοινωνία με τον Ιωάννη Καραγιάννη για άμεση ανάκληση πληρεξουσιότητας· μεταβίβαση ή πώληση.
Τραπεζικός λογαριασμός — έλεγχος υπολοίπου και μεταφορά σε νέο, ατομικό λογαριασμό.
Κοινός λογαριασμός — ανάληψη του μισού ποσού εντός της ημέρας, πριν υπάρξουν δεσμεύσεις.
Ασφάλεια κατοικίας — έλεγχος δικαιούχου.
Συνδρομή γυμναστηρίου — μεταφορά αποκλειστικά στο όνομά της.
Κοινές ψηφιακές υπηρεσίες — διακοπή όσων χρεώνονται στην κοινή κάρτα.
Πληκτρολογούσε γρήγορα, ανέκφραστη, σαν να ετοίμαζε λίστα για σούπερ μάρκετ. Όταν τελείωσε, αποθήκευσε το αρχείο με έναν μόνο τίτλο: «Μετά». Τίποτα περισσότερο.
Ο βραστήρας έκανε το χαρακτηριστικό «κλικ». Έριξε το νερό, πρόσθεσε μία κουταλιά μέλι — ακριβώς μία — και κάθισε στο τραπέζι. Κοίταξε το κινητό της. Κανένα μήνυμα από τον Αλέξανδρο. Μόνο μια ειδοποίηση παραγγελίας φαγητού στις 23:47: πίτσα για δύο άτομα. Πιθανότατα δεν ήταν μόνος. Ακούμπησε το τηλέφωνο και ήπιε μια γουλιά. Καυτή. Ανακουφιστική.
Στις εννέα χτύπησε το τηλέφωνο. Ο Ιωάννης Καραγιάννης.
— Δάφνη, καλημέρα. Πώς είσαι; — η φωνή του προσεκτική, σαν να περπατούσε σε λεπτό πάγο.
— Καλά, — απάντησε. — Είσαι μόνος;
— Ναι, δεν έχει έρθει κανείς ακόμη στο γραφείο. Πες μου.
Του περιέγραψε συνοπτικά τη χθεσινή συζήτηση, χωρίς συναισθηματικές εξάρσεις. Ο Ιωάννης άκουγε σιωπηλός μέχρι το τέλος.
— Δηλαδή στ’ αλήθεια νόμιζε… — άρχισε, και η φωνή του έμεινε μετέωρη, περιμένοντας τη δική της απάντηση.
