“θα αποδείκνυε σε όλους τι αξίζει πραγματικά” — το μήνυμα του Ανδρέα καθώς κατέβαινε θριαμβευτικά από το μαύρο SUV και η Άννα πάγωνε

Το θέαμα ήταν προκλητικά θριαμβευτικό και ανησυχητικό.
Ιστορίες

Η φωνή της Άννας παρέμεινε σταθερή, σχεδόν αδιάφορη.

— Πήρες δάνειο που σου ρουφά ολόκληρο τον μισθό, θεωρώντας δεδομένο ότι εγώ θα καλύπτω τα έξοδά σου; — είπε και άφησε μπροστά του την άδεια τσάντα, σαν να του έδινε απτή απάντηση.

Ο Ανδρέας κατάπιε με κόπο.

— Άννα, τι είναι αυτά; Θα με διώξεις για ένα αυτοκίνητο; Για λίγη λαμαρίνα;

— Δεν πρόκειται για το όχημα, Ανδρέα. Πρόκειται για το ότι με αντιμετωπίζεις σαν βολική λύση. Σαν πορτοφόλι που δεν διαμαρτύρεται, επειδή «είμαστε οικογένεια».

Σηκώθηκε χωρίς βιασύνη, πήγε στο χολ και έβγαλε από το κάτω ράφι της ντουλάπας τη βαλίτσα που χρησιμοποιούσαν στα ταξίδια.

— Μάζεψε τα απαραίτητα. Το λάπτοπ σου, τα είδη προσωπικής φροντίδας, μερικά ρούχα για τις πρώτες μέρες. Τα υπόλοιπα θα τα τακτοποιήσω σε κούτες και θα κανονίσεις να τα παραλάβεις μέσα στην εβδομάδα.

Εκείνος έμεινε ακίνητος, ανοιγοκλείνοντας τα μάτια σαν να προσπαθούσε να ξυπνήσει από κακό όνειρο. Στο μυαλό του, η σύζυγος θα θύμωνε, ίσως θα του κρατούσε μούτρα ως το πρωί, αλλά τελικά θα υπέκυπτε. Θα αποδεχόταν την απόφασή του.

— Έλα τώρα, μη δραματοποιούμε τα πράγματα, — επιχείρησε να χαμογελάσει, όμως το πρόσωπό του πρόδιδε αμηχανία. — Αύριο κιόλας θα πάω στην αντιπροσωπεία. Θα δω αν μπορώ να το επιστρέψω.

Η Άννα κούνησε αρνητικά το κεφάλι.

— Από τη στιγμή που έβγαλες το αυτοκίνητο από την έκθεση, έχασε αξία. Συν τα ασφάλιστρα. Αν το γυρίσεις πίσω τώρα, θα μείνεις και χωρίς αυτοκίνητο και με τεράστια οφειλή στην τράπεζα. Είναι δικό σου οικονομικό λάκκο. Αν θέλεις, πέσε μέσα μόνος σου.

— Ανδρέα, σήκω! — παρενέβη κοφτά η Γεωργία Κωστοπούλου, αρπάζοντας το παλτό της από την κρεμάστρα. Το πρόσωπό της είχε κοκκινίσει από την ένταση. — Μην ταπεινώνεσαι μπροστά σε αυτή την ψυχρή γυναίκα! Ποιος θα την αντέξει με τέτοιο χαρακτήρα; Εσύ θα βρεις μια καλή, τρυφερή κοπέλα που να σε φροντίζει!

— Μακάρι, — απάντησε ήρεμα η Άννα, ακουμπώντας στον τοίχο της πόρτας. — Και ας είναι εκείνη που θα πληρώνει τη βενζίνη και τα γεύματά του. Προς το παρόν, κυρία Γεωργία, έχετε ένα ευρύχωρο δυάρι. Μπορεί να μείνει μαζί σας. Δεν λέγατε πως η οικογένεια οφείλει να στηρίζει; Ιδού η ευκαιρία. Επενδύστε στο κύρος που τόσο θέλατε.

Το μάζεμα έγινε μέσα σε βαριά σιωπή και νευρικές κινήσεις. Η πεθερά άνοιγε και έκλεινε ντουλάπια με θόρυβο, μουρμουρίζοντας προσβλητικά σχόλια. Ο Ανδρέας δεν έβγαζε λέξη. Η προηγούμενη έπαρσή του είχε εξαφανιστεί. Στοίβαζε βιαστικά μπλούζες στη βαλίτσα, κρατώντας στο άλλο χέρι το κλειδί του αυτοκινήτου, που τώρα του φαινόταν άχρηστο και δυσανάλογα βαρύ.

Όταν η εξώπορτα έκλεισε πίσω τους, η Άννα γύρισε το κλειδί δύο φορές. Ο μεταλλικός ήχος της κλειδαριάς αντήχησε καθαρά και της χάρισε μια απρόσμενη αίσθηση ανακούφισης.

Επέστρεψε στην κουζίνα. Τα μπολ με τα μαλακωμένα ζυμαρικά είχαν μείνει ξεχασμένα στο τραπέζι. Από τον δρόμο ακούστηκε ο βαρύς βρυχηθμός της μηχανής· ο Ανδρέας προσπαθούσε να βγάλει το καινούργιο SUV από το στενό, γεμάτο αυτοκίνητα προαύλιο. Λίγο αργότερα, τα κόκκινα φώτα χάθηκαν στη γωνία.

Η Άννα πήρε το πιρούνι της, έκοψε ένα κομμάτι από τη ζουμερή πέστροφα και κοίταξε το κόργκι που ξεμύτισε κάτω από το τραπέζι, κουνώντας χαρούμενα την κοντή ουρά του. Ησυχία απλώθηκε στο σπίτι. Κι εκείνη ένιωσε πως, επιτέλους, ο χώρος της ανήκε ξανά ολόκληρος.

Ψίθυροι Ζωής