Το τηλέφωνο άρχισε να χτυπά τη στιγμή που ξέπλενα το τηγάνι στον νεροχύτη. Στην οθόνη εμφανίστηκε ένας άγνωστος αριθμός. Σκούπισα βιαστικά τα χέρια μου στην πετσέτα και απάντησα.
– Μαρία; Ονομάζομαι Ιωάννης, συνεργάτης του Ανδρέα. Βρίσκομαι στη Λάρισα. Το αεροπλάνο προσγειώθηκε, αλλά εκείνος δεν εμφανίστηκε.
Χρειάστηκαν λίγα δευτερόλεπτα για να καταλάβω τι άκουγα.
– Πώς δεν εμφανίστηκε;
– Δεν επιβιβάστηκε ποτέ. Το επιβεβαίωσα στο γκισέ. Το όνομά του δεν είναι στη λίστα των επιβατών.

Το τηγάνι γλίστρησε από τα χέρια μου και χτύπησε με θόρυβο στο νεροχύτη. Σταγόνες νερού πετάχτηκαν πάνω στη μπλούζα μου, όμως έμεινα ακίνητη. Το βλέμμα μου καρφώθηκε στα μαγνητάκια του ψυγείου – Καβάλα, Σέρρες, Τρίκαλα, Λάρισα – και ανάμεσά τους ένα που δεν θυμόμουν να έχω δει ποτέ πριν: Γαλαξίδι. Από πότε υπήρχε εκεί;
– Μαρία, με ακούτε;
– Ναι… σας ακούω.
– Τον καλώ συνεχώς, δεν απαντά. Πέντε φορές ήδη. Ξέρετε μήπως τι συμβαίνει;
Δεν ήξερα τίποτα. Δύο ώρες νωρίτερα ο Ανδρέας στεκόταν στο χολ με την ταξιδιωτική τσάντα, με φίλησε στην κορυφή του κεφαλιού και είπε πως θα επέστρεφε την Τετάρτη. Μια συνηθισμένη αναχώρηση για δουλειά. Έντεκα χρόνια μαζί – είχα μάθει πια τους αποχωρισμούς του.
– Θα προσπαθήσω να τον βρω, – ψιθύρισα και έκλεισα.
Τον κάλεσα αμέσως. Μακρόσυρτοι ήχοι αναμονής. Ξανά. Και πάλι. Ύστερα το ψυχρό μήνυμα: «Ο συνδρομητής δεν είναι διαθέσιμος».
Κάθισα στο σκαμπό της μικρής μας κουζίνας – έξι τετραγωνικά όλο κι όλο, όπου το πρωί δεν χωρούσαμε και οι δυο – και άρχισα να ανασυνθέτω τη μέρα από την αρχή.
Είχε σηκωθεί στις έξι. Άκουγα το ξυραφάκι στο μπάνιο. Μετά το θρόισμα της σακούλας καθώς τακτοποιούσε πουκάμισα. Στις επτά με φώναξε για πρωινό. Του έφτιαξα καφέ, έτρωγε ψωμί με τυρί και χαζοκοίταζε το κινητό. Ο ήρεμος, σιωπηλός μου Ανδρέας.
– Μήπως είδες τον φορτιστή; – ρώτησε λίγο πριν φύγει.
– Στο κομοδίνο.
Πήρε κάτι από εκεί και το έβαλε στην τσάντα. Δεν έλεγξα τι. Δεν είχα λόγο. Η εμπιστοσύνη μας ήταν δεδομένη.
Στην πόρτα κοντοστάθηκε. Τα μεγάλα, τετράγωνα χέρια του – πάντα μου φαίνονταν υπερβολικά μεγάλα για το σώμα του – ακούμπησαν στους ώμους μου.
– Τετάρτη θα είμαι πίσω, – είπε με τη βαθιά, σταθερή φωνή του. Ποτέ δεν ύψωνε τον τόνο, ούτε όταν μαλώναμε για τις εξωσωματικές, ούτε όταν εγώ κατέρρεα στο πάτωμα του μπάνιου ύστερα από το τρίτο αρνητικό αποτέλεσμα.
Τρεις προσπάθειες σε τρία χρόνια. Τρεις φορές προσδοκία, τρεις φορές απόλυτο κενό. Μετά την τρίτη, πριν πέντε χρόνια, του είχα πει: «Ως εδώ. Δεν αντέχω να ελπίζω άλλο». Εκείνος απλώς έγνεψε. Καμία αντίρρηση, καμία κουβέντα.
Από τότε πορευόμασταν σαν να είχε κλείσει οριστικά εκείνο το κεφάλαιο. Δυο άνθρωποι σε ένα διαμέρισμα. Οι επαγγελματικές του μετακινήσεις, η δική μου κλινική. Χειρουργούσα ξένα σκυλιά και γάτες με σταθερό χέρι και γύριζα κάθε βράδυ σε ένα σπίτι σιωπηλό. Είχα πείσει τον εαυτό μου πως κι έτσι μπορείς να ζήσεις.
Τώρα, όμως, καθισμένη στο σκαμπό, ένιωθα την αναπνοή μου να κόβεται. Ο Ανδρέας είχε χαθεί και δεν υπήρχε καμία εξήγηση.
Τον κάλεσα ξανά. Το ίδιο μήνυμα. Επέμεινα. Επτά κλήσεις μέσα σε δέκα λεπτά – καμία απάντηση.
Έπειτα τηλεφώνησα στο γραφείο του. Το σήκωσε η Σοφία, η γραμματέας.
– Ταξίδι στη Λάρισα; – επανέλαβε απορημένη. – Μισό λεπτό να δω το πρόγραμμα.
Περίμενα κοιτώντας έξω το χιόνι που έπεφτε ασταμάτητα. Φεβρουάριος στα Ιωάννινα, τρίτη συνεχόμενη μέρα χιονόπτωσης.
– Μαρία, στο πρόγραμμα του κυρίου Ανδρέα δεν υπάρχει καμία Λάρισα. Μόνο ένα έργο στο Γαλαξίδι, αλλά αυτό ήταν τον Οκτώβριο.
Κατάπια με δυσκολία.
– Γαλαξίδι;
– Ναι, τότε είχε πάει.
Το ίδιο όνομα που είχα δει πριν στο ψυγείο. Άρα από εκεί ήταν το μαγνητάκι.
Μα εκείνος είχε πει Λάρισα. Θυμόμουν πως μου έδειξε το εισιτήριο στο κινητό του. Ή μήπως το φαντάστηκα;
– Σοφία, σήμερα πέρασε καθόλου από το γραφείο;
– Όχι. Ενημέρωσε ότι θα πάει κατευθείαν στο αεροδρόμιο.
Έκλεισα. Τα χέρια μου, αυτά που καθημερινά κρατούν νυστέρι χωρίς να τρέμουν, τώρα έσταζαν ιδρώτα. Το δέρμα στους κόμπους, ξεραμένο από τα απολυμαντικά, είχε ασπρίσει.
Καμία προγραμματισμένη αποστολή. Καμία επιβίβαση. Το τηλέφωνο εκτός δικτύου.
Φόρεσα το μπουφάν και κατευθύνθηκα στο αεροδρόμιο.
Η διαδρομή κράτησε σαράντα λεπτά, μέσα από τον χιονισμένο περιφερειακό δρόμο, δίπλα σε εμπορικά κέντρα και βιομηχανικές ζώνες. Σκεφτόμουν τους τελευταίους μήνες. Ο Ανδρέας αργούσε όλο και συχνότερα – μία, δύο φορές την εβδομάδα. «Σύσκεψη», έλεγε. Δεν αμφισβητούσα. Γιατί να αμφιβάλλεις για τον άνθρωπο με τον οποίο έχεις μοιραστεί τόσα χρόνια;
Τα ταξίδια επίσης πλήθαιναν. Οκτώβριος – Γαλαξίδι. Νοέμβριος – Χαλκίδα. Δεκέμβριος – ξανά Χαλκίδα. Ιανουάριος – Αλεξανδρούπολη. Και τώρα Λάρισα, όπου τελικά δεν έφτασε ποτέ.
Στο αεροδρόμιο επικρατούσε αναβρασμός. Πλησίασα στο γραφείο πληροφοριών και έδωσα τα στοιχεία του.
– Επιβάτης Παπαδόπουλος Ανδρέας Σεργκέγιεβιτς. Πρωινή πτήση για Λάρισα.
Η υπάλληλος πληκτρολόγησε. Παρατηρούσα τα προσεγμένα, απαλά ροζ νύχια της και σκεφτόμουν πόσο παράξενο είναι που μια άγνωστη μπορεί να μου αποκαλύψει πού χάθηκε ο άντρας μου.
– Παπαδόπουλος… ναι. Έκανε check-in στις 8:30. Παρέδωσε μία αποσκευή. Ωστόσο δεν επιβιβάστηκε.
– Δηλαδή;
– Πέρασε τον έλεγχο ασφαλείας, σφραγίστηκε στο gate. Έπειτα, προφανώς, επέστρεψε στον τερματικό σταθμό. Δεν μπορώ να σας πω περισσότερα. Η βαλίτσα του στάλθηκε με την επόμενη πτήση ως ασυνόδευτη.
Άρα έφτασε μέχρι την πύλη. Κι όμως, δεν μπήκε ποτέ στο αεροπλάνο. Κάτι άλλαξε μέσα σε εκείνα τα είκοσι λεπτά πριν την απογείωση. Κάτι τόσο καθοριστικό ώστε να εγκαταλείψει τη βαλίτσα και να φύγει.
– Μπορώ να δω το υλικό από τις κάμερες; – ρώτησα.
– Μόνο μέσω της αστυνομίας, αν υποβάλετε αναφορά.
– Όχι… όχι ακόμη.
Απομακρύνθηκα και κάθισα σε ένα μεταλλικό κάθισμα κάτω από τον ηλεκτρονικό πίνακα. Πτήσεις για Ηράκλειο, Ρόδο, Σαντορίνη. Κόσμος με βαλίτσες, αγκαλιές αποχαιρετισμού, καφές σε χάρτινα ποτήρια. Η καθημερινότητα συνέχιζε αδιάφορη. Δίπλα μου μια γυναίκα μιλούσε στο κινητό και γελούσε, ενώ εγώ καθόμουν ανίκανη να καλέσω τον άντρα μου και να ακούσω τη φωνή του.
