— Έχεις χάσει κάθε μέτρο, Φωτεινή, ή απλώς κάνεις πως δεν καταλαβαίνεις; — η φωνή της πεθεράς αντηχούσε από την κουζίνα τόσο δυνατά, λες και δεν βρισκόταν σε ένα απλό δυάρι σε πολυκατοικία στα προάστια του Βόλου, αλλά σε αίθουσα συνεδριάσεων με μικρόφωνα.
Η Φωτεινή δεν πρόλαβε ούτε το κλειδί να τραβήξει από την κλειδαριά. Πάγωσε στο χολ, με μια σακούλα από το σούπερ μάρκετ στο ένα χέρι και τον φορητό υπολογιστή στο άλλο. Από μέσα ξεχυνόταν ένας ξένος, κολλώδης θόρυβος: γέλια, πιρούνια που χτυπούσαν πιάτα, τρίξιμο από σκαμπό που σύρονταν, αντρικός βήχας, το θρόισμα από σακούλες. Και η μυρωδιά — εκείνη η γνώριμη που της έκανε το βλέφαρο να πεταρίζει: φτηνό αντρικό άρωμα, καπνός και τηγανητό κοτόπουλο.
Πάνω στο πατάκι της εισόδου ήταν πεταμένα κάτι τεράστια παπούτσια που είχαν σπρώξει στην άκρη τις προσεκτικά τακτοποιημένες γόβες της. Δίπλα, καρό τσάντες φουσκωμένες μέχρι σκασμού, σαν να μην είχαν έρθει για επίσκεψη αλλά για εγκατάσταση.
Έκλεισε αργά την πόρτα, πέρασε τον ιμάντα της τσάντας από τον ώμο της και ρώτησε δυνατά:
— Να υποθέσω ότι στο σπίτι μου γίνεται πάλι συνέλευση χωρίς εμένα;

Από την κουζίνα ακούστηκε ζωηρή απάντηση:
— Α, ήρθες! Γιώργο, πες στη γυναίκα σου να μη στέκεται στο ρεύμα, κάνει κρύο!
Η Φωτεινή μπήκε στην κουζίνα χωρίς καν να βγάλει το μπουφάν της. Η εικόνα που αντίκρισε της καθάρισε το μυαλό με μιας.
Στο τραπέζι, στρωμένο με το ανοιχτόχρωμο τραπεζομάντιλό της, καθόταν η Δέσποινα Παπαδημητρίου με ύφος προέδρου επιτροπής που ρυθμίζει ξένες ζωές. Δίπλα της μια εύσωμη γυναίκα γύρω στα πενήντα πέντε, με φούξια πουλόβερ, έντονα βαμμένα νύχια και βλέμμα που ζύγιζε τα πάντα. Στο σκαμπό κοντά στο παράθυρο ο Γεώργιος Γιαννόπουλος, ο σύζυγός της, καταβρόχθιζε μια μπουκιά κοτόπουλο με επαγγελματική σοβαρότητα. Στο κέντρο του τραπεζιού υπήρχαν μεζούρα, μολύβι, σημειωματάριο και ένας ανοιχτός κατάλογος επίπλων. Το βάζο της με τα αποξηραμένα κλαδιά είχε παραμεριστεί δίπλα στον νεροχύτη, κολλητά σε ένα μπολ όπου κάποιος είχε αφήσει ένα λιγδιασμένο κουτάλι.
— Ορίστε και η νοικοκυρά, — δήλωσε η πεθερά χωρίς να σηκωθεί. — Συζητάμε σοβαρά πράγματα εδώ.
— Το διαπιστώνω, — απάντησε ήρεμα η Φωτεινή. — Η μεζούρα και το κοτόπουλο το αποδεικνύουν. Θα ήθελα μόνο να μάθω ποιο ακριβώς είναι το «σοβαρό θέμα» που εξελίσσεται στο σπίτι μου.
Η γυναίκα με το φούξια πουλόβερ χαμογέλασε πλατιά.
— Παρασκευή Δημοπούλου. Θεία του Γιώργου. Μεταξύ μας είμαστε, οικογένεια.
— Υπέροχα, — έγνεψε η Φωτεινή. — Τότε, σαν οικογένεια, εξηγήστε μου γιατί κάθεται στην κουζίνα μου μια άγνωστη για μένα κυρία.
Η Δέσποινα Παπαδημητρίου έκανε μια κίνηση ανυπομονησίας.
— Μην αρχίζεις πάλι από την πόρτα. Πάντα έλεγα πως έχεις χαρακτήρα γυαλόχαρτο. Κάτσε να μιλήσουμε ήρεμα. Συζητάμε πρακτικά ζητήματα.
— Ακούω. Ποια ζητήματα;
Ο Γεώργιος, χωρίς να την κοιτάξει, μουρμούρισε:
— Φωτεινή, μην ανάβεις από το τίποτα.
— Δεν άναψα ακόμη, — του απάντησε. — Ζεσταίνω μηχανή. Τα κυρίως έρχονται.
Η πεθερά τράβηξε μπροστά της το σημειωματάριο και το χτύπησε με το δάχτυλο.
— Θα μιλήσω καθαρά. Ζείτε άναρχα. Το διαμέρισμα δεν είναι λειτουργικό. Διάδρομος τεράστιος και άχρηστος. Η κουζίνα πνιγμένη. Χώρος αποθήκευσης μηδέν. Ο Γιώργος ζει εδώ και πρέπει να νιώθει ιδιοκτήτης, όχι φιλοξενούμενος με περιορισμένα δικαιώματα.
Η Φωτεινή κοίταξε τον άντρα της.
— Το είπες εσύ αυτό;
Σήκωσε τους ώμους.
— Ε, δεν είναι και ψέμα.
— Δηλαδή κάθεσαι σε σπίτι που αγόρασα πριν σε γνωρίσω, τρως το φαγητό που πλήρωσα και σου λείπει το αίσθημα κυριότητας;
— Πάλι τα ίδια, — γκρίνιαξε. — Όλα τα κάνεις δράμα.
— Πώς αλλιώς να το δω; Στο τραπέζι μου υπάρχουν εργαλεία μέτρησης, στον νεροχύτη μου ξένο κουτάλι, στο χαλάκι μου μπότες νούμερο σαράντα πέντε. Αυτό ή θα καταλήξει σε καβγά ή σε τηλεοπτική σειρά.
Η Παρασκευή Δημοπούλου γέλασε ρουφώντας κομπόστα από την κανάτα της Φωτεινής.
— Έχεις πνεύμα, κορίτσι μου. Αλλά η οικογένεια δεν είναι σκηνή κωμωδίας.
— Και η άφιξη με μπαούλα και κατάλογο επίπλων τι είναι; Περιοδεία; — ανταπάντησε κοφτά.
Η Δέσποινα έσκυψε μπροστά.
— Φτάνει η ειρωνεία. Αποφασίσαμε ότι το σπίτι πρέπει να τακτοποιηθεί σωστά.
— Δηλαδή;
— Να περάσει το μισό στον Γιώργο. Ή και ολόκληρο με γονική παροχή. Είστε παντρεμένοι. Οι σοβαροί άνθρωποι έτσι χτίζουν κοινό μέλλον, όχι με το «δικό μου και μη το αγγίζεις».
Η κουζίνα βυθίστηκε σε σιωπή. Ακουγόταν μόνο η σταγόνα από τη βρύση του μπάνιου.
Η Φωτεινή άφησε τη ματιά της να περιπλανηθεί από την πεθερά στον σύζυγο και μετά στην θεία.
— Για να βεβαιωθώ ότι άκουσα σωστά: μπαίνετε στο σπίτι μου, στρώνετε σχέδια, καλείτε ενισχύσεις και αποφασίζετε πως οφείλω να μεταβιβάσω το προγαμιαίο διαμέρισμα στον άντρα μου;
— Μην το λες «μπαίνετε», — αντέδρασε η Δέσποινα. — Ο γιος μου έχει κλειδί.
— Είχε, — απάντησε ήρεμα η Φωτεινή.
Ο Γεώργιος την κοίταξε επιτέλους.
— Τι ύφος είναι αυτό; Συζήτηση κάνουμε. Είμαστε οικογένεια. Πόσο θα συνεχίσω να ζω σαν να μην ανήκω εδώ;
— Και τι είσαι εδώ, Γιώργο;
— Ο σύζυγός σου.
— Ο σύζυγος δεν είναι τίτλος κολλημένος σε σκαμπό. Είναι στάση ζωής. Ευθύνη. Είναι να λες «μαμά, σταμάτα, δεν είναι δικός σου ο χώρος». Αντί γι’ αυτό, κάθεσαι και μασουλάς όσο αποφασίζουν πώς θα με παρακάμψουν ευγενικά.
— Κανείς δεν σε παρακάμπτει, — μουρμούρισε. — Υπερβάλλεις.
— Σωστά. Τρεις άνθρωποι με βαλίτσες και μεζούρα ήρθαν απλώς για να θαυμάσουν την αρχιτεκτονική.
Η Παρασκευή άφησε το ποτήρι κάτω.
— Δεν ήρθα για διασκέδαση. Χρειάζομαι στέγη για έναν μήνα. Ψάχνω δουλειά. Έχετε χώρο. Θα βοηθήσω σε όλα: μάστορες, καθαριότητα, μαγείρεμα. Δεν θα μείνω τζάμπα.
Η Φωτεινή στράφηκε προς το μέρος της.
— Και ποιος σας κάλεσε;
— Μα… η οικογένεια.
— Ποιανού;
Η θεία άνοιξε το στόμα της, όμως η πεθερά πρόλαβε:
— Της πλευράς του Γιώργου. Κι εσύ είσαι γυναίκα του. Άρα και δική σου.
Η φωνή της Φωτεινής έγινε απόλυτα ήρεμη.
— Όχι, κυρία Δέσποινα Παπαδημητρίου. Μην επικαλείστε τώρα δεσμούς αίματος για να δικαιολογήσετε εισβολές. Δεν είστε οικογένεια όταν έρχεστε να βοηθήσετε.
