— Ελένη Βενιζέλος, βγήκαμε ήδη στην εθνική. Ως το βράδυ θα είμαστε εκεί. Άδειασε το δεύτερο δωμάτιο — ερχόμαστε εφτά άτομα, είπε η φωνή στο τηλέφωνο χωρίς χαιρετισμό, χωρίς την παραμικρή παύση. Ήταν επίπεδη, σταθερή, σαν ηχογραφημένο μήνυμα.
— Γεωργία Βλάχος, περίμενε λίγο. Με ρωτάς ή απλώς με ενημερώνεις;
— Σε ενημερώνω. Είμαστε καθ’ οδόν.
Η Ελένη κατέβασε αργά το κινητό και έμεινε για λίγες στιγμές να κοιτάζει έξω. Πίσω από το τζάμι άστραφτε η θάλασσα, γαλαζοπράσινη και εκτυφλωτική μέσα στον καυτό Ιούλιο. Το διαμέρισμα το είχαν κλείσει από τον Μάρτιο με τον Δημήτριο Θεοδώρου — δύο δωμάτια, βεράντα και θέα στον κόλπο. Είχαν μαζέψει χρήματα μισό χρόνο για να το αντέξουν οικονομικά. Το ταξίδι αυτό το περίμεναν σαν γιορτή· ήταν οι πρώτες κανονικές διακοπές τους έπειτα από τρία ολόκληρα χρόνια.
Ο Δημήτριος καθόταν έξω και είχε ακούσει τα πάντα. Μόλις η Ελένη τερμάτισε την κλήση, άφησε το ποτήρι του πάνω στο τραπέζι.

— Δεν τους κάλεσα εγώ.
— Το ξέρω.
— Και τώρα;
Η Ελένη δεν απάντησε αμέσως. Έπειτα χαμογέλασε αργά — όχι με παραίτηση, αλλά με εκείνο το χαμόγελο που προμηνύει απόφαση.
— Ας έρθουν.
Εκείνος την κοίταξε ανήσυχος. Γνώριζε πολύ καλά αυτή την έκφραση.
Το σπίτι ανήκε στον Μάριο Βασιλείου, παλιό συμφοιτητή της Ελένης. Ζούσε στη Θεσσαλονίκη, όμως κάθε καλοκαίρι νοίκιαζε το παραθαλάσσιο διαμέρισμα με συμβόλαιο και κανονική τιμή αγοράς. Είκοσι λεπτά μετά την κλήση της Γεωργίας, η Ελένη του τηλεφώνησε.
— Μάριε, θέλω μια παράξενη χάρη.
— Σε ακούω.
— Σκόπευες να περάσεις για κάτι έγγραφα. Μπορείς να έρθεις σε τρεις μέρες;
— Πιθανότατα ναι. Συμβαίνει κάτι;
— Τίποτα σοβαρό. Απλώς θα ήθελα να εμφανιστείς ως ιδιοκτήτης. Που δηλαδή είσαι. Έλα και φέρσου σαν τέτοιος.
Ο Μάριος σώπασε για μια ανάσα.
— Κατάλαβα. Θα το κανονίσουμε.
Η Γεωργία κατέφθασε λίγο πριν τις οκτώ το βράδυ. Μπήκε πρώτη, κουβαλώντας τέσσερις ογκώδεις τσάντες, τις οποίες ακούμπησε στην είσοδο σαν να της ανήκε ο χώρος. Πίσω της ξεχύθηκαν τρία παιδιά, από επτά έως δώδεκα ετών, ο σύζυγός της Σπυρίδων Σπυρόπουλος, η μητέρα του Παναγιώτα Παναγιωτίδη και ο εικοσάχρονος ανιψιός Πέτρος Θεοδώρου, που με το που πέρασε το κατώφλι ρώτησε μόνο:
— Ποιος είναι ο κωδικός του Wi‑Fi;
— Να ’μαστε λοιπόν! είπε η Γεωργία ανοίγοντας τα χέρια και περιεργαζόμενη τον χώρο με ύφος οικοδέσποινας. Θεέ μου, τι όμορφα που είναι εδώ!
