Η Δήμητρα Ανδρέου έκλεισε με δύναμη την πόρτα του αρχειοστασίου, πιο απότομα απ’ ό,τι συνήθιζε. Το τηλέφωνο είχε χτυπήσει ήδη τρεις φορές μέσα σε μία ώρα· ο ήχος του διαπεραστικός, σαν τρυπάνι, της τρυπούσε τα νεύρα.
— Πού έχεις εξαφανιστεί πάλι; — η φωνή του Νίκου Γιαννόπουλου διέσχισε τον άδειο χώρο με αιχμηρό τόνο. — Πάλι χωμένη στα χαρτιά σου;
— Εργάζομαι, — απάντησε εκείνη ψύχραιμα, χωρίς να σηκώσει το βλέμμα από τους φακέλους που ξεφύλλιζε.
— Εργάζεσαι; — γέλασε ειρωνικά. — Σκαλίζεις σκονισμένα ντοσιέ για ψίχουλα. Πότε θα καταλάβεις ότι αυτό δεν είναι καριέρα αλλά καταφύγιο για όσους δεν πέτυχαν τίποτα;
— Αυτά τα «σκονισμένα χαρτιά» φυλάνε τη μνήμη της πόλης μας, — του απάντησε ήρεμα. — Αν δεν το αντιλαμβάνεσαι, ίσως δεν χωρά στο δικό σου σύστημα αξιών.

— Μη μου κάνεις μάθημα! — αντέδρασε απότομα. — Η “ιστορία” σου δεν πληρώνει λογαριασμούς. Ζεις μέσα σε φαντασιώσεις!
Η Δήμητρα τερμάτισε την κλήση χωρίς άλλη λέξη. Έξι χρόνια στο δημοτικό ιστορικό αρχείο, εκτίμηση από συναδέλφους, ευγνωμοσύνη από ερευνητές — για τον Νίκο όλα αυτά ήταν «παιχνίδια με χαρτιά». Το πτυχίο της στην Ιστορία με άριστα το θεωρούσε διακοσμητικό κορνίζας, ενώ τη διατριβή της την αποκαλούσε χαμένο χρόνο.
Η πόρτα της αποθήκης άνοιξε ξανά. Μια καλοντυμένη γυναίκα γύρω στα σαράντα, με σιγουριά στο βλέμμα, στάθηκε στο κατώφλι.
— Συγγνώμη… είστε η Δήμητρα Ανδρέου; Ονομάζομαι Ελευθερία Ρούσσος. Υπήρξα σύζυγος του Νίκου.
— Αλήθεια; — τα φρύδια της Δήμητρας υψώθηκαν έκπληκτα. — Αυτό δεν το περίμενα. Περάστε. Ελπίζω να μην ήρθατε για σκηνή.
— Καμία σκηνή, — είπε η Ελευθερία ρίχνοντας μια ματιά γύρω της. — Ξέρω πως είναι αμήχανο να εμφανίζομαι έτσι, όμως οφείλουμε να μιλήσουμε. Υπάρχει κάπου ήσυχα να καθίσουμε;
— Λίγο πιο κάτω υπάρχει ένα μικρό καφέ. Είναι ήρεμο μέρος. Μόνο… ας κρατήσουμε χαμηλούς τόνους.
Καθισμένες αντικριστά, η Ελευθερία έβγαλε προσεκτικά τα γάντια της και ανακάτεψε τον καφέ της.
— Σας έχει μιλήσει για μένα; — ρώτησε.
— Μου είπε απλώς ότι δεν ταιριάζατε. Τίποτα περισσότερο.
Η Ελευθερία χαμογέλασε πικρά.
— «Δεν ταιριάζαμε»… Βολική διατύπωση. Δίδασκα λογοτεχνία έξι χρόνια. Όταν γνωριστήκαμε, θαύμαζε την καλλιέργειά μου, τις αναφορές μου στους κλασικούς. Με αποκαλούσε μούσα του.
Η Δήμητρα άφησε το κουταλάκι στην άκρη και την άκουσε προσεκτικά.
— Έναν χρόνο αργότερα με έλεγε αποτυχημένη, επειδή δεν έφερνα «σοβαρά» χρήματα στο σπίτι. «Τι τα θες τα ποιήματα των πεθαμένων;» έλεγε. «Βρες κάτι χρήσιμο».
— Οικείος τόνος, — σχολίασε η Δήμητρα με συγκρατημένο σαρκασμό. — Δεν πρωτοτυπεί ιδιαίτερα.
— Επιλέγει συνειδητά γυναίκες σαν κι εμάς, — συνέχισε η Ελευθερία. — Μορφωμένες, με κοινωνικά ουσιαστικό έργο. Στην αρχή γοητεύεται από το μυαλό μας· μετά, όμως, αρχίζει να το υπονομεύει. Μουσειολόγοι, βιβλιοθηκονόμοι, εκπαιδευτικοί — για εκείνον είμαστε «έξυπνες αλλά άχρηστες».
— Και γιατί μου τα λέτε όλα αυτά; — ρώτησε η Δήμητρα, αν και μέσα της ήδη σχηματιζόταν η απάντηση.
— Επειδή μετά το διαζύγιο επέστρεψα στο πανεπιστήμιο. Σήμερα διευθύνω το τμήμα. Δεν ήμουν ποτέ ανεπαρκής· απλώς ζούσα δίπλα σε κάποιον που είχε ανάγκη να με πείσει πως είμαι.
— Τι άλλαξε;
— Τα πάντα. Όταν σωπαίνει η δηλητηριώδης φωνή, αναπνέεις ξανά ελεύθερα, — είπε χαμογελώντας. — Οι φοιτητές μου κερδίζουν υποτροφίες, τα άρθρα μου δημοσιεύονται σε έγκριτα περιοδικά. Κι εκείνος εξακολουθεί να πιστεύει πως οι ανθρωπιστικές επιστήμες είναι σπατάλη χρόνου.
— Άρα η άποψή του δεν μετακινείται εύκολα, — παρατήρησε η Δήμητρα.
— Δεν φοβάται τις σπουδές μας· φοβάται την ανεξαρτησία μας. Πρώτα μας εξιδανικεύει και ύστερα προσπαθεί να μας μικρύνει.
Λίγο μετά το μεσημέρι, ο διευθυντής του αρχείου, ο Πέτρος Ελευθερίου, μπήκε στο γραφείο της Δήμητρας με ύφος επίσημο και έναν φάκελο στο χέρι.
— Κυρία Ανδρέου, έχω μια πρόταση για εσάς.
