«Είσαι υποχρεωμένη να μας ανοίξεις, Ειρήνη! Οικογένεια είμαστε!» — ούρλιαξε ο Αλέξανδρος από το κατώφλι, και η Ειρήνη, με κουτάλα στο χέρι, απάντησε ψυχρά πως κανείς δεν θα μετακομίσει

Απαράδεκτο το θράσος που στερεί την ησυχία.
Ιστορίες

— Είσαι υποχρεωμένη να μας ανοίξεις, Ειρήνη! Οικογένεια είμαστε! — ούρλιαξε από το κατώφλι ο Αλέξανδρος Θεολόγου, και η ένταση της φωνής του έκανε τα τζάμια να τρίζουν.

Η Ειρήνη Παπαδημητρίου έμεινε ακίνητη στην κουζίνα, κρατώντας ακόμη την κουτάλα πάνω από την κατσαρόλα. Για μια στιγμή δεν κατάλαβε καν τι άκουσε. Το φαγητό σιγόβραζε ήρεμα, και από το παιδικό δωμάτιο ακουγόταν η Ζωή Βασιλοπούλου να μουρμουρίζει ένα τραγουδάκι, μαζεύοντας τα παιχνίδια της μετά το διάβασμα. Όλα ήταν συνηθισμένα, γαλήνια, σχεδόν ζεστά. Και ξαφνικά — αυτή η εισβολή.

— Τι θα πει «υποχρεωμένη»; — ρώτησε τελικά, νιώθοντας ένα παγωμένο βάρος να κατεβαίνει στο στομάχι της.

— Η μάνα μου είπε πως δεν έχουν πού να πάνε, — απάντησε εκείνος, πετώντας τα παπούτσια του στο χολ χωρίς καν να τα τακτοποιήσει. — Άδειασαν το σπίτι και θα μείνουν εδώ. Μαζί μας.

— Μαζί μας; — επανέλαβε η Ειρήνη, ήδη αντιλαμβανόμενη προς τα πού οδεύει η κουβέντα. — Στο δικό μου διαμέρισμα;

— Στο δικό μας, — τη διόρθωσε κοφτά, αποφεύγοντας το βλέμμα της. — Από τη στιγμή που παντρευτήκαμε, όλα είναι κοινά.

Το στόμα της στέγνωσε. Στεκόταν απέναντί του και ένιωθε μέσα της κάτι να ραγίζει, σαν παλιό έπιπλο που δεν αντέχει άλλο βάρος.

— Αλέξανδρε, — είπε χαμηλόφωνα, σχεδόν ψιθυριστά. — Αυτό δεν τίθεται καν προς συζήτηση. Κανείς δεν θα μετακομίσει εδώ.

— Έτσι το αποφάσισες εσύ; — ειρωνεύτηκε. — Εγώ πάλι το βλέπω αλλιώς. Ο Μιχαήλ Ρούσσος με την Αναστασία Παπαδημητρίου και τα παιδιά, η μητέρα — όλοι θα έρθουν. Τι σου λείπει; Χώρος δεν υπάρχει;

Η Ειρήνη τον κοίταξε σαν να έβλεπε μπροστά της έναν άγνωστο. Πριν λίγες μέρες της έφερνε λουλούδια χωρίς αφορμή και την αποκαλούσε «θησαυρό». Τώρα στεκόταν απέναντί της αγριεμένος, απαιτώντας να εγκατασταθεί ολόκληρο σόι στο σπίτι τους.

— Μου λείπει η ηρεμία, — απάντησε. — Μου λείπει η ασφάλεια της κόρης μου. Μου λείπει ο σεβασμός προς εμένα.

Εκείνος κούνησε το χέρι αδιάφορα.

— Υπερβάλλεις. Όπου χωράνε δύο, χωράνε και δέκα. Η μητέρα θα σε βοηθάει, η Αναστασία δεν είναι βάρος. Θα έχει και κίνηση το σπίτι, λίγη ζωντάνια.

Η Ειρήνη χαμογέλασε πικρά. Ζωντάνια; Να περιμένει κανείς στην ουρά για το μπάνιο; Να μην υπάρχει σπιθαμή ελεύθερη στον πάγκο της κουζίνας; Να μεγαλώνει η Ζωή με συνεχή υποδείξεις για το «πώς πρέπει»;

— Αν θέλετε να βοηθήσετε, — είπε στηριζόμενη στο τραπέζι, — βρείτε τους ένα διαμέρισμα να νοικιάσουν. Και εσύ και ο αδελφός σου εργάζεστε.

— Με τι λεφτά; — αντέδρασε ενοχλημένος. — Δεν περισσεύουν ευρώ από τον ουρανό.

— Τότε ας αναλάβει ο Μιχαήλ τις ευθύνες του. Δεν χρωστάω τίποτα σε κανέναν.

— Είσαι απίστευτα εγωίστρια, — πέταξε εκείνος. — Μια γυναίκα οφείλει να δείχνει κατανόηση στους συγγενείς του άντρα της.

— Μια γυναίκα οφείλει πρώτα να σέβεται τον εαυτό της, — ανταπάντησε κοφτά. — Όχι να μετατρέπει το σπίτι της σε ξενώνα.

Η σιωπή που ακολούθησε ήταν βαριά. Μόνο το ρολόι ακουγόταν. Ξαφνικά, εκείνος εξερράγη:

— Δεν θέλεις να ζήσεις με τη μητέρα μου, αυτό είναι! Σε ενοχλεί!

— Και εσένα δεν σε ενοχλεί που αποφασίζει για εμάς; — ρώτησε ήρεμα η Ειρήνη. — Ότι καθορίζει ποιος είναι αφεντικό μέσα σε αυτό το σπίτι;

— Η μητέρα μου ξέρει πάντα καλύτερα, — δήλωσε πεισματικά, σαν μαθητής που επαναλαμβάνει μάθημα απ’ έξω.

Τότε κατάλαβε πως η συζήτηση δεν οδηγούσε πουθενά. Κάποιος άλλος είχε ήδη χαράξει τη γραμμή στη σκέψη του.

Το ίδιο σκηνικό επαναλήφθηκε το βράδυ. Γύρισε αργά, νευρικός, μυρίζοντας καπνό — ενώ είχε κόψει το τσιγάρο εδώ και δύο χρόνια. Κάθισε στον καναπέ, άνοιξε την τηλεόραση και, χωρίς να τη κοιτάξει, ανακοίνωσε:

— Το Σάββατο έρχονται.

— Ποιοι «έρχονται»; — τον ρώτησε, αισθανόμενη την οργή να φουσκώνει.

— Όλοι. Η μητέρα μάζεψε ήδη τα πράγματα. Ο Μιχαήλ και η Αναστασία επίσης.

Κάθισε δίπλα του και τον κοίταξε κατά πρόσωπο.

— Δηλαδή αποφάσισες εσύ για μένα; Χωρίς να με ρωτήσεις;

— Θα είναι προσωρινό, — είπε ξερά. — Μέχρι να βρουν κάτι δικό τους.

— Προσωρινό; — επανέλαβε. — Έχεις δει ποτέ κανέναν από την οικογένειά σου να κάνει κάτι «προσωρινά»;

Δεν απάντησε. Απλώς αύξησε την ένταση της τηλεόρασης.

Το επόμενο πρωί, στις επτά, η Ειρήνη στεκόταν στο παράθυρο με μια κούπα καφέ. Η αυλή ήταν μουντή, ο ουρανός χαμηλός, τα δέντρα σχεδόν γυμνά. Τα φύλλα σύρονταν κάτω από τις ρόδες των αυτοκινήτων και η υγρασία ανακατευόταν με τη μυρωδιά της βενζίνης. Ο Νοέμβριος — ο μήνας που κουβαλάει μια ανεξήγητη κόπωση.

Η Ζωή κοιμόταν αγκαλιά με το λούτρινο αρκουδάκι της. Η Ειρήνη την κοιτούσε και μια σκέψη στριφογύριζε βασανιστικά στο μυαλό της: σε τι αδιέξοδο είχε μπλέξει και πώς θα προστάτευε όσα αγαπούσε περισσότερο. Ένιωθε πως κάτι πλησίαζε, σαν καταιγίδα που δεν φαίνεται ακόμη στον ορίζοντα αλλά την αισθάνεσαι στον αέρα.

Ψίθυροι Ζωής