“Λαζαρίδη, τι ακριβώς περιμένετε από εμένα; Να συγκινηθώ, να δακρύσω και αντί για απέλαση να σας υπογράψω μια άδεια για διακοπές σε σανατόριο;” είπε ο Γεώργιος Βλάχος και πέταξε με δύναμη τον φάκελο πάνω στο γραφείο

Η άδικη σκληρότητά τους έσπαγε την ψυχή.
Ιστορίες

— Λαζαρίδη, τι ακριβώς περιμένετε από εμένα; Να συγκινηθώ, να δακρύσω και αντί για απέλαση να σας υπογράψω μια άδεια για διακοπές σε σανατόριο;

Ο Γεώργιος Βλάχος πέταξε με δύναμη τον φάκελο πάνω στο γραφείο. Από μέσα τινάχτηκε ένας συνδετήρας και γλίστρησε με ξερό ήχο στην γυαλισμένη επιφάνεια. Το γραφείο μύριζε υγρασία από παλιά έγγραφα, σκονισμένο ξύλο και λιωμένο χιόνι που είχε μεταφερθεί από τα παπούτσια των επισκεπτών — μια μυρωδιά που έμοιαζε να έχει ποτίσει τους τοίχους ύστερα από δεκαετίες υπηρεσίας. Έξω, για δεύτερο συνεχόμενο εικοσιτετράωρο, η χιονοθύελλα σάρωνε την Κοζάνη, θάβοντας τις εισόδους των πολυκατοικιών μέχρι τα στέγαστρα.

Σε τριάντα χρόνια καριέρας, ο δικαστής είχε μάθει να διαβάζει τους ανθρώπους πριν καν ανοίξουν το στόμα τους. Απέναντί του έβλεπε —όπως πίστευε— μια συνηθισμένη παραβάτρια: φαρδύ μπουφάν, παλιά παπούτσια που είχαν λιώσει στις σόλες, βλέμμα χαμηλωμένο.

— Κύριε δικαστά, να τελειώνουμε; — παρενέβη ο Ανδρέας Σιδέρης, νεαρός αστυνομικός με μάγουλα κατακόκκινα από το κρύο, που μετακινούσε ανυπόμονα το βάρος του από το ένα πόδι στο άλλο. — Την εντοπίσαμε στο «Ζώδιακ» στην εθνική. Έπλενε πιάτα, καθάριζε πατώματα. Χωρίς άδεια εργασίας, με ψεύτικη εγγραφή. Η υπόθεση είναι καθαρή· προχωράμε σε διοικητική απέλαση. Το περιπολικό καίει καύσιμα εκεί κάτω.

Ο Βλάχος δεν αποκρίθηκε αμέσως. Σήκωσε την κούπα του, όπου κάποτε διαβαζόταν «Στον καλύτερο μπαμπά». Τα γράμματα είχαν σχεδόν σβήσει — όπως και η σχέση του με τη Μελίνα Βασιλάκη. Εκείνη ζούσε στην Πάτρα, εργαζόταν σε γνωστό μεταφραστικό γραφείο και τον θυμόταν τυπικά κάθε λίγους μήνες με ένα σύντομο τηλεφώνημα.

— Καθίστε, κυρία Λαζαρίδη, — είπε τελικά, δείχνοντας την άβολη καρέκλα απέναντί του. — Καταλαβαίνετε ελληνικά ή να καλέσω διερμηνέα;

Η νεαρή σήκωσε το κεφάλι. Το πρόσωπό της πρόδιδε εξάντληση, σαν άνθρωπος που έχει φτάσει στα όριά του ύστερα από σκληρή δοκιμασία.

— Καταλαβαίνω απολύτως, — απάντησε ήρεμα. Η προφορά της ήταν καθαρή, χωρίς το παραμικρό λάθος. — Δεν χρειάζομαι μετάφραση.

Ο Σιδέρης χαμογέλασε ειρωνικά, βγάζοντας το κινητό του.

— Όλοι τα ίδια λένε όταν στριμώχνονται. Κι ύστερα κάνουν πως δεν συνεννοούνται. Υπογράψτε, κύριε δικαστά, έχω κι άλλες εκκρεμότητες.

— Σιδέρη, περίμενε έξω. Πάρε μια ανάσα, — τον διέκοψε κοφτά ο Βλάχος.

— Μα…

— Έξω.

Η πόρτα έκλεισε πίσω του με θόρυβο. Ο δικαστής έστρεψε ξανά την προσοχή του στη γυναίκα.

— Αλεξάνδρα Λαζαρίδη. Είκοσι έξι ετών. Χωρίς νόμιμα έγγραφα. Σε ένα οδικό καφέ, να μένετε σε αποθήκη πίσω από την κουζίνα. Δεν δείχνετε άνθρωπος που θα αποδεχόταν μια τέτοια ζωή χωρίς λόγο. Τι συνέβη;

Η Αλεξάνδρα ακούμπησε αργά τα χέρια της πάνω στα γόνατά της.

Ψίθυροι Ζωής