«Να τρως χώρια!» — εκείνη συμφώνησε ψυχρά και άνοιξε προσωπικό λογαριασμό

Η ψυχρή λογική φάνηκε δίκαιη αλλά ανατριχιαστική.
Ιστορίες

Στην τραπεζαρία επικράτησε παγωμάρα. Η Πηνελόπη Αθανασίου πλησίασε το τραπέζι και έμεινε ακίνητη, σαν να χτύπησε σε αόρατο τοίχο.

Πάνω στο τραπεζομάντιλο υπήρχαν μόνο τρία κουτιά πίτσας, μερικά μπουκάλια αναψυκτικών και χαρτοπετσέτες πεταμένες πρόχειρα. Τίποτε άλλο.

— Τι ακριβώς είναι αυτό; — ρώτησε χαμηλόφωνα, όμως η φωνή της έκοβε σαν λεπίδα.

Ο Ανδρέας Ανδρέου επιχείρησε ένα αμήχανο χαμόγελο.

— Μαμά… είπαμε σήμερα να το κρατήσουμε απλό…

— Και η Δήμητρα Καζαντζής; Γιατί δεν κάθεται στο τραπέζι;

Σήκωσα ήρεμα το βλέμμα από το βιβλίο.

— Εδώ είμαι, Πηνελόπη Αθανασίου.

Με κοίταξε εξεταστικά.

— Δεν αισθάνεσαι καλά; — Δεν υπήρχε τρυφερότητα στον τόνο της· περισσότερο καχυποψία.

— Μια χαρά είμαι. Απλώς ο Ανδρέας εξήγησε πως ο καθένας οφείλει να αναλαμβάνει τις ευθύνες του. Ο γιος σας, λοιπόν, είναι δική σας ευθύνη — όχι δική μου.

Η πεθερά μου κάθισε αργά. Το βλέμμα της περιπλανήθηκε από τα κουτιά πίτσας στο πρόσωπο του γιου της.

— Θέλω να μου το εξηγήσεις.

Εκείνος άρχισε να μιλά βιαστικά για «δικαιοσύνη», για «σύγχρονες ισορροπίες», για όσα του είχε βάλει στο μυαλό ο φίλος του ο Νίκος Αποστόλου. Η Πηνελόπη Αθανασίου τον άκουγε χωρίς να τον διακόπτει, με πρόσωπο σκληρό σαν μάρμαρο.

— Δηλαδή πίστεψες ότι σε εκμεταλλεύεται; — είπε τελικά. — Εκείνη;

— Μαμά, εγώ απλώς ήθελα ειλικρίνεια…

— Σταμάτα. Ποιος γέμιζε το ψυγείο εννέα ολόκληρα χρόνια; Ποια μαγείρευε κάθε Σάββατο, ενώ εσύ ήσουν κολλημένος μπροστά στην τηλεόραση; Ποια πλήρωσε πέρσι τα φάρμακα του πατέρα σου;

— Η Δήμητρα, αλλά…

— Ποια αγόρασε το δώρο της αδελφής μου; Ποια φρόντιζε πάντα να είναι το τραπέζι στρωμένο για να καθόμαστε άνετα; Κι εσύ; Ερχόσουν, καθόσουν και περίμενες να σε περιποιηθούν.

Το πρόσωπο του Ανδρέα άδειασε από χρώμα.

— Δεν είναι το ίδιο πράγμα! Εγώ πληρώνω το στεγαστικό!

— Το δικό σου στεγαστικό! Και το υπενθυμίζεις επί εννέα χρόνια, λες και εκείνη ζει εδώ ως φιλοξενούμενη!

Η Πηνελόπη Αθανασίου σηκώθηκε απότομα και πήρε την τσάντα της.

— Φεύγουμε, — είπε στον σύζυγό της. — Δεν σκοπεύω να φάω πίτσα σε ένα σπίτι όπου ταπεινώνεται η νύφη μου.

Ύστερα στράφηκε ξανά στον γιο της.

— Να ντρέπεσαι. Εκείνη κράτησε αυτό το σπίτι όρθιο και εσύ το θεώρησες αυτονόητο. Δεν αυτόν τον άνθρωπο ήθελα να γίνεις.

Ψίθυροι Ζωής