«Να τρως χώρια!» — εκείνη συμφώνησε ψυχρά και άνοιξε προσωπικό λογαριασμό

Η ψυχρή λογική φάνηκε δίκαιη αλλά ανατριχιαστική.
Ιστορίες

Το ίδιο βράδυ πέρασα από ένα ντελικατέσεν, αγόρασα για μένα προσούτο, ζεστή μπαγκέτα και ένα μπουκάλι κόκκινο ξηρό κρασί. Γύρισα σπίτι, έστρωσα προσεκτικά το τραπέζι και κάθισα να φάω με ηρεμία, σαν να τιμούσα μια μικρή προσωπική γιορτή. Ο Ανδρέας Ανδρέου εμφανίστηκε περίπου μισή ώρα αργότερα. Άνοιξε το ψυγείο, το εξέτασε σιωπηλά και ύστερα με κοίταξε.

— Κι εγώ; είπε κοφτά.

— Δεν ξέρω, του απάντησα χωρίς να σηκώσω τον τόνο μου. Δεν είπες ότι ο καθένας αναλαμβάνει τα δικά του;

Σούφρωσε τα φρύδια, έβγαλε από την κατάψυξη ένα πακέτο κατεψυγμένα ζυμαρικά και άρχισε να τα βράζει χωρίς άλλη κουβέντα. Εγώ συνέχισα το δείπνο μου αργά, απολαμβάνοντας κάθε μπουκιά.

Πέρασε μία εβδομάδα έτσι. Εκείνος τρεφόταν με έτοιμα γεύματα και παραγγελίες απ’ έξω. Εγώ, αντίθετα, άρχισα να μαγειρεύω όσα στερούμουν τόσα χρόνια επειδή «δεν του άρεσαν»: θαλασσινά, λαχανικά στο φούρνο, ελαφριές σαλάτες με αρωματικά. Τα πιάτα μου τα παρακολουθούσε με μια ζήλια που δεν κατάφερνε να κρύψει.

Το βράδυ της Παρασκευής έσπασε τη σιωπή.

— Μήπως να τελειώνουμε με αυτή την ανοησία; Μπορείς να μαγειρεύεις και για τους δυο μας.

— Μπορώ, ναι. Αλλά δεν θα το κάνω. Οι κανόνες ήταν δική σου ιδέα.

— Μα τότε αστειευόμουν! Το πήρες τόσο βαριά;

— Δεν θίχτηκα. Απλώς σε πήρα στα σοβαρά.

Πέταξε το άδειο κουτί από χάμπουργκερ στον κάδο και έφυγε από την κουζίνα χτυπώντας δυνατά την πόρτα.

Το Σάββατο ξεκίνησε με ένταση. Από την είσοδο κιόλας τον άκουγα να μιλάει νευρικά στο τηλέφωνο.

— Οι γονείς μου έρχονται σε δύο ώρες. Θα ετοιμάσεις φαγητό;

Καθόμουν στο κρεβάτι με ένα βιβλίο ανοιχτό.

— Όχι.

— Πώς όχι; Κάθε Σάββατο έρχονται!

— Το γνωρίζω. Εννέα χρόνια περνούσα ολόκληρη τη μέρα μπροστά στην κουζίνα. Η μητέρα σου δεν είπε ούτε μία φορά «ευχαριστώ». Από εδώ και πέρα, είναι δική σου υπόθεση.

— Έχεις χάσει τα λογικά σου;

— Καθόλου. Ο καθένας αναλαμβάνει τους δικούς του ανθρώπους. Οι γονείς σου, δική σου ευθύνη.

Χλόμιασε, έκανε μεταβολή και έφυγε βροντώντας την πόρτα. Λίγο μετά τον άκουσα να διαπληκτίζεται με κάποια υπηρεσία διανομής και να ανακατεύει πανικόβλητος κατσαρόλες.

Όταν χτύπησε το κουδούνι, ήμουν ήδη ντυμένη κομψά, με προσεγμένα μαλλιά και διακριτικό μακιγιάζ. Άνοιξα με χαμόγελο, καλωσόρισα την Πηνελόπη Αθανασίου και τον πεθερό μου, τους οδήγησα στο σαλόνι και αποσύρθηκα ξανά στο βιβλίο μου.

Η Πηνελόπη Αθανασίου δεν άργησε να κατευθυνθεί προς την τραπεζαρία. Σταμάτησε απότομα μπροστά στο τραπέζι.

Ψίθυροι Ζωής