“Εδώ μετά βίας χωράμε οι δυο μας” — είπε ειρωνικά κοιτώντας τους άδειους μπεζ τοίχους του νέου τους σπιτιού

Αδυσώπητα άδικο, παρηγορητικά αναγκαίο αυτό το σπίτι.
Ιστορίες

— Λοιπόν, τώρα μπορούμε να αρχίσουμε να σκεφτόμαστε και για παιδί.

Ο Γιώργος Παπαδόπουλος την αγκάλιασε από πίσω και ακούμπησε το πρόσωπό του στον λαιμό της. Η Ελένη Ανδρέου στεκόταν στο κέντρο του σαλονιού και παρατηρούσε τους μπεζ τοίχους, βαμμένους όπως τους είχε παραδώσει ο εργολάβος — τυπικούς, άχρωμους, απρόσωπους. Είχαν φέρει μόνο τα απολύτως αναγκαία: έναν καναπέ, ένα τραπέζι, πλυντήριο, ψυγείο. Οι κουρτίνες όμως περίμεναν ακόμη να κρεμαστούν, οι κούτες να ανοιχτούν, τα μικροαντικείμενα να βρουν τη θέση τους. Στον αέρα αιωρούνταν η μυρωδιά φρέσκιας μπογιάς, ανακατεμένη με εκείνη τη χημική οσμή του καινούριου πατώματος.

— Για παιδί; — χαμογέλασε ειρωνικά χωρίς να γυρίσει προς το μέρος του. — Εδώ μετά βίας χωράμε οι δυο μας.

— Θα δουλέψουμε περισσότερο, θα πάρουμε κάτι μεγαλύτερο.

— Φυσικά. Θα ξεχρεώσουμε αυτή την υποθήκη σε είκοσι πέντε χρόνια και μετά θα ανοίξουμε άλλη μία. Κάπου στα εβδομήντα μας θα μετακομίσουμε σε δυάρι.

Εκείνος την άφησε, έκανε μερικά βήματα στο δωμάτιο και χάιδεψε αφηρημένα το περβάζι.

— Πάντα μετράς τα πάντα.

— Κάποιος πρέπει να το κάνει.

Το είπε σχεδόν χαριτολογώντας, όμως μέσα της κάτι την τσίμπησε.

Ο Γιώργος κοίταξε το ρολόι του και αναστέναξε εκνευρισμένος.

— Πρέπει να φύγω. Έχω ραντεβού στις τρεις. Σε κάποιον έτρεξε το πλυντήριο και πανικοβλήθηκε στο τηλέφωνο — «ελάτε αμέσως», έλεγε.

— Πήγαινε, να μαζέψεις λεφτά για το δυάρι, — του πέταξε πειρακτικά.

Τη φίλησε στην κορυφή του κεφαλιού και έφυγε. Η Ελένη άκουσε την πόρτα να κλείνει και το ασανσέρ να κατεβαίνει βουίζοντας. Ησυχία απλώθηκε στο διαμέρισμα.

Περπάτησε αργά στον χώρο, άγγιξε τον τοίχο με τις παλάμες της. Το σπίτι τους. Ή, για την ακρίβεια, το δικό της σπίτι. Όταν υπέγραφαν για το στεγαστικό, ο μεσίτης τους είχε συμβουλέψει να μη συμπεριλάβουν τον Γιώργο. Τα έσοδά του ήταν αδήλωτα, επιπλέον είχε πιστωτική και ένα παλιότερο δάνειο στο όνομά του — η τράπεζα θα άρχιζε τους ελέγχους και θα μπέρδευε τα πράγματα. Η Ελένη, αντίθετα, εργαζόταν πέντε χρόνια ως λογίστρια στην ίδια εταιρεία, με σταθερό και δηλωμένο μισθό. Η έγκριση ήταν σχεδόν βέβαιη. Και πράγματι, ήρθε μέσα σε μία εβδομάδα.

Το δάνειο στο όνομά της. Και όλη η ευθύνη επίσης.

Από συνήθεια, όταν αγχωνόταν, έβγαλε το κομπιουτεράκι. Δόση στεγαστικού: 32.000 ευρώ. Κοινόχρηστα και λογαριασμοί — άγνωστο ακόμη, αλλά ας υπολογίσει γύρω στις 5.000. Σούπερ μάρκετ, μετακινήσεις, η πιστωτική που κουβαλούσε από πέρσι. Οι αριθμοί στοιχίζονταν μπροστά της, γνώριμοι και αμείλικτοι.

Κρέμασε το κομπιουτεράκι στο ψυγείο με έναν μαγνήτη που έγραφε «Όλα θα πάνε καλά» — δώρο της μητέρας της στα τελευταία της γενέθλια.

Το τηλέφωνο χτύπησε τη στιγμή που έκλεινε το τετράδιο. Στην οθόνη εμφανίστηκε το όνομα: «Βασιλική Δημητρίου».

— Ελενάκι μου, καλησπέρα. Έτυχε να βρίσκομαι στη γειτονιά σας. Λέω να περάσω να δω πώς τακτοποιηθήκατε. Μετακομίσατε, έτσι δεν είναι;

— Ναι, έχουμε μπει ήδη. Περάστε, κυρία Βασιλική.

— Σε ένα τέταρτο θα είμαι εκεί.

Η Ελένη κοίταξε γύρω της. Κούτες στοιβαγμένες στον τοίχο, γυμνά παράθυρα χωρίς κουρτίνες, ένα σωρό ρούχα διπλωμένα πρόχειρα στον καναπέ, ίχνη από το σφουγγάρισμα ακόμη ορατά στο πάτωμα. Δεν είχε σημασία. Δεν ετοίμαζε έκθεση.

Το κουδούνι χτύπησε ακριβώς δεκαπέντε λεπτά αργότερα. Η πεθερά μπήκε με μπεζ καμπαρντίνα, μια σακούλα στο χέρι και βλέμμα εξεταστή.

— Καλησπέρα, Ελενάκι.

— Καλώς ορίσατε.

Προχώρησε στο σαλόνι και επιθεώρησε τον χώρο. Το βλέμμα της στάθηκε στις ανοιχτές κούτες, στα άδεια παράθυρα, στα πράγματα που δεν είχαν ακόμη βρει θέση.

— Μικρό σας έπεσε. Και τα παράθυρα έτσι γυμνά; Ούτε μια κανονική κουρτίνα. Παντού πράγματα.

— Μόλις μπήκαμε, κυρία Βασιλική. Σιγά-σιγά θα τα φτιάξουμε.

— Μάλιστα…

Στην κουζίνα έβγαλε από τη σακούλα έναν μαγνήτη: μια αρκούδα και η επιγραφή «Ιωάννινα — η καρδιά της Ηπείρου». Τον κόλλησε στο ψυγείο, μετακινώντας ελαφρώς εκείνον της μητέρας της Ελένης.

— Να θυμάστε από πού ξεκινήσατε.

Η Ελένη έβαλε νερό για τσάι χωρίς σχόλιο.

Μόλις κάθισαν, η Βασιλική Δημητρίου μπήκε κατευθείαν στο θέμα.

— Η Κατερίνα Ιωάννου δεν βρίσκει άκρη. Μένει σε νοικιασμένο δυάρι με τον Κωνσταντίνο Μιχαηλίδη και τον μικρό Αρτέμη Νικολάου. Δίνουν 27.000 ευρώ τον μήνα στην ιδιοκτήτρια — λεφτά πεταμένα! Το παιδί είναι τριών, χρειάζεται δικό του σπίτι, όχι να γυρίζουν από ξένα διαμερίσματα. Κι εγώ στριμώχνομαι μαζί τους ώσπου να τελειώσει το δικό μου. Ο εργολάβος έλεγε Σεπτέμβριο, τώρα το πάει για Δεκέμβριο, ίσως και άνοιξη. Ζούμε ο ένας πάνω στον άλλον.

— Δύσκολη κατάσταση, — απάντησε προσεκτικά η Ελένη.

— Εσείς τουλάχιστον σταθήκατε τυχεροί. Κάνατε αίτηση και εγκρίθηκε αμέσως. Η Κατερίνα με τον Κωνσταντίνο παλεύουν έναν χρόνο. Εκείνος έχει δάνεια — αυτοκίνητο, κι άλλα. Οι τράπεζες βλέπουν τις υποχρεώσεις και απορρίπτουν. Μόνη της δεν της φτάνει το εισόδημα.

Η Ελένη κράτησε την κούπα της για να ζεστάνει τα χέρια της.

— Χρειάζονται έναν εγγυητή. Κάποιον με καθαρό ιστορικό και δηλωμένο μισθό. Αυτούς τους θέλουν οι τράπεζες.

Ακούστηκε το κλειδί στην πόρτα — ο Γιώργος είχε επιστρέψει. Μπήκε στην κουζίνα και ξαφνιάστηκε.

— Μαμά; Δεν είπες ότι θα έρθεις.

— Δηλαδή χρειάζεται ραντεβού για να δω τον γιο μου;

Τη φίλησε στο μάγουλο και κάθισε. Η Ελένη του γέμισε τσάι.

— Έλεγα στην Ελένη για την Κατερίνα, — συνέχισε η Βασιλική. — Της χρειάζεται εγγυητής. Τον Κωνσταντίνο δεν τον εγκρίνουν λόγω των δανείων. Κι εσύ, γιε μου, πήρες δάνειο και δεν σκέφτηκες την αδελφή σου. Τη γνωρίζεις — περήφανη, δεν θα ζητήσει ποτέ μόνη της. Γι’ αυτό ζητώ εγώ. Αν έμπαινε η Ελένη εγγυήτρια, θα τους έσωζε.

— Μαμά, έχουμε το δικό μας στεγαστικό, — απάντησε ο Γιώργος ανοίγοντας τα χέρια.

— Έχετε όμως δύο εισοδήματα. Μια χαρά τα βγάζετε πέρα.

Η Ελένη ακούμπησε ήρεμα το φλιτζάνι στο τραπέζι.

— Το δάνειο είναι αποκλειστικά στο όνομά μου, κυρία Βασιλική. Τα έσοδα του Γιώργου δεν είναι δηλωμένα, ο μεσίτης μάς συμβούλεψε να μην τον συμπεριλάβουμε.

Η πεθερά σώπασε για μια στιγμή. Το βλέμμα της καρφώθηκε πάνω στην Ελένη, έγινε αιχμηρό, διαπεραστικό, σαν να την ζύγιζε και να υπολόγιζε κάτι μέσα της.

Ψίθυροι Ζωής