Η φράση της για τη διαίσθηση έμεινε να αιωρείται ανάμεσά τους. Από εκείνη τη στιγμή και μετά, μέσα της άρχισε να αδειάζει ο χώρος που για καιρό καταλάμβανε ο πόνος. Στη θέση του γεννιόταν μια αίσθηση ελέγχου, σαν να κρατούσε επιτέλους η ίδια το τιμόνι της ζωής της. Δεν ένιωθε πια έρμαιο καταστάσεων. Αντίθετα, για πρώτη φορά μετά από χρόνια, πατούσε σταθερά.
Ο Νικόλαος δεν εγκατέλειψε αμέσως. Δοκίμασε άλλες μεθόδους πίεσης· μιλούσε για ηθική, για το «σωστό», άφηνε υπαινιγμούς που στόχευαν στην ενοχή. Θύμιζε τα επτά χρόνια που είχαν περάσει μαζί, τα ταξίδια, τις κοινές γιορτές, τις δυσκολίες που —όπως έλεγε— ξεπέρασαν ως ζευγάρι. Όμως τα λόγια του δεν έβρισκαν πια έδαφος. Η Ελένη τον άκουγε ατάραχη. Ούτε θυμός ούτε τρυφερότητα καθρεφτίζονταν στο πρόσωπό της· μόνο καθαρή απόσταση.
Η δικηγόρος είχε ήδη ετοιμάσει τον φάκελο για κάθε ενδεχόμενο επίσημης λύσης του γάμου. Παρ’ όλα αυτά, η Ελένη δεν έσπευσε να καταθέσει αίτηση. Προτίμησε να του αφήσει την πρωτοβουλία. Η ιδέα της μοναξιάς δεν τη φόβιζε πλέον· αντίθετα, τη διαπερνούσε μια παράξενη ελαφρότητα, σαν να είχε απαλλαγεί από αόρατο βάρος.
Κάποια βράδια περνούσε μόνη από το καινούργιο διαμέρισμα. Καθόταν στο περβάζι και παρατηρούσε τα φώτα της πόλης που άναβαν ένα-ένα. Προσπαθούσε να φανταστεί πώς θα διαμορφωνόταν ο χώρος. Ίσως ένα γραφείο με βιβλιοθήκες γεμάτες τόμους· ίσως μια φωτεινή κρεβατοκάμαρα χωρίς σκιές από το παρελθόν. Κάθε πιθανή λεπτομέρεια αποκτούσε συμβολική αξία: ήταν η απόδειξη ότι μπορούσε να χτίσει κάτι δικό της, χωρίς εξαρτήσεις.
Ένα απόγευμα, επιστρέφοντας στο σπίτι, τον βρήκε να τακτοποιεί έγγραφα σε έναν χαρτοφύλακα. Οι κινήσεις του ήταν κοφτές, το πρόσωπό του σφιγμένο. Της ανακοίνωσε πως θα προχωρούσε ο ίδιος στην αίτηση διαζυγίου. Στον τόνο του υπήρχε μια προσπάθεια να διατηρήσει την αξιοπρέπειά του. Εκείνη αποκρίθηκε με ένα απλό νεύμα.
Την περίμεναν συζητήσεις, ραντεβού, διαδικασίες. Όμως δεν αισθανόταν πλέον απροετοίμαστη. Αν κάτι είχε μάθει, ήταν πως η εμπιστοσύνη χρειάζεται όρια. Όταν έξω άναψαν ξανά τα βραδινά φώτα, ένιωσε καθαρά πως άνοιγε ένα νέο κεφάλαιο — ένα κεφάλαιο όπου δεν θα υπήρχε χώρος για ξένα σχέδια και κρυφούς υπολογισμούς.
Ο Νικόλαος πράγματι κατέθεσε πρώτος την αίτηση, ίσως πιστεύοντας ότι έτσι θα κρατούσε την ψευδαίσθηση του ελέγχου. Όταν η Ελένη έλαβε την ειδοποίηση με την ημερομηνία της δίκης, δεν ταράχτηκε. Καμία σκηνή, κανένα δάκρυ· μόνο η ήρεμη επίγνωση πως η διαδικασία είχε ξεκινήσει και δεν υπήρχε επιστροφή.
Οι εβδομάδες μέχρι την εκδίκαση κύλησαν με προετοιμασίες. Η δικηγόρος εξέτασε εξονυχιστικά κάθε χαρτί, συγκέντρωσε αποδείξεις μεταφορών χρημάτων, τις συμφωνίες με τη Δήμητρα, καθώς και την αλληλογραφία που φανέρωνε τις προθέσεις του Νικόλαου. Αποθηκευμένα μηνύματα και στιγμιότυπα οθόνης μπήκαν στον φάκελο ως εφεδρικά στοιχεία — θα χρησιμοποιούνταν μόνο αν χρειαζόταν.
Ο ίδιος ο Νικόλαος έδειχνε διχασμένος. Μια πλευρά του έμοιαζε να ελπίζει ακόμη σε ανατροπή, η άλλη αντιδρούσε με θυμό για την αποτυχία των σχεδίων του. Έγινε νευρικός, απαντούσε απότομα, κι έπειτα, σαν να μετάνιωνε, μιλούσε για «επανεκκίνηση». Στα λόγια του όμως δεν υπήρχε αγάπη, παρά πικρία για έναν υπολογισμό που δεν απέδωσε.
Την παραμονή της δίκης της πρότεινε αιφνιδιαστικά να συζητήσουν έναν «συμβιβασμό». Μίλησε για ήρεμη διευθέτηση, για διακριτικότητα. Η Ελένη τον άκουσε χωρίς διάθεση αντιπαράθεσης. Δεν ήθελε ούτε να τον ταπεινώσει ούτε να αποδείξει κάτι. Το μόνο που επιθυμούσε ήταν να κλείσει ο κύκλος με αξιοπρέπεια.
Η αίθουσα του δικαστηρίου ήταν ψυχρή, σχεδόν άχρωμη. Η σιωπή βάραινε. Ο δικαστής υπέβαλε τις τυπικές ερωτήσεις και ζήτησε διευκρινίσεις για τις θέσεις των δύο πλευρών. Ο Νικόλαος παρουσίασε την υπόθεση ως φυσική απομάκρυνση συναισθημάτων. Με προσοχή αναφέρθηκε σε κοινές επενδύσεις και άφησε υπαινιγμό για το νέο διαμέρισμα.
Όταν πήρε τον λόγο η Ελένη, η φωνή της ήταν σταθερή. Εξήγησε ότι το ακίνητο είχε μεταβιβαστεί σε τρίτο πρόσωπο, κατέθεσε αντίγραφα συμβολαίων και αποδείξεις συναλλαγών. Ο δικαστής μελέτησε τα έγγραφα, έθεσε ορισμένες ερωτήσεις και σημείωσε παρατηρήσεις. Ο Νικόλαος χλώμιασε εμφανώς.
Με τη λήξη της διαδικασίας, το αποτέλεσμα ήταν σαφές: το διαμέρισμα δεν αποτελούσε κοινή περιουσία και δεν μπορούσε να διεκδικηθεί. Τα υπόλοιπα θα μοιράζονταν σύμφωνα με τον νόμο, χωρίς επιπλέον απαιτήσεις.
Έξω ψιλόβρεχε. Στα σκαλιά του δικαστηρίου ο Νικόλαος κοντοστάθηκε, προσπάθησε να μιλήσει, μα οι λέξεις δεν έβγαιναν εύκολα. Στο βλέμμα του διακρινόταν μια ανάμειξη πικρίας και εξάντλησης.
— Τα είχες προβλέψει όλα; — ρώτησε χαμηλόφωνα.
Η Ελένη τον κοίταξε ήρεμα.
— Απλώς φρόντισα να προστατεύσω τον εαυτό μου.
Έγνεψε αργά, σαν να αποδεχόταν την ήττα. Η αλαζονεία είχε χαθεί· απέμενε μόνο η συνειδητοποίηση πως το παιχνίδι είχε τελειώσει.
Ο χωρισμός ολοκληρώθηκε γρήγορα. Ο Νικόλαος νοίκιασε αλλού σπίτι και μετέφερε τα πράγματά του. Το διαμέρισμα όπου είχαν ζήσει τόσα χρόνια άδειασε από φωνές και κινήσεις. Οι τοίχοι έμοιαζαν να κρατούν ακόμη ίχνη από γέλια και καβγάδες. Η Ελένη πέρασε την παλάμη της πάνω από το περβάζι, ανακαλώντας τις πρώτες ημέρες του γάμου τους, τότε που όλα έμοιαζαν απλά και ξεκάθαρα.
