“συνετίσει” είπε ο σύζυγος και πήρε όλα τα χρήματα, φεύγοντας για έναν μήνα στο χωριό της μητέρας του

Αδίστακτη προδοσία κατέρριψε την ψευδή ασφάλειά μου.
Ιστορίες

Τον άφησα να επιβεβαιώσει για ακόμη μία φορά πως μέχρι το τέλος της χρονιάς θα είχε εξοφλήσει και το υπόλοιπο ποσό. Έγνεψε καταφατικά, με εκείνο το σοβαρό ύφος που έπαιρνε όταν καταλάβαινε πως δεν υπήρχε περιθώριο για παιχνίδια.

«Τότε ας προσπαθήσουμε», του είπα ήρεμα. «Όμως άκουσέ με καλά, Γιώργο. Αν ξαναρχίσεις να μου δίνεις διαταγές, να με μειώνεις ή να βάζεις τη γνώμη της μητέρας σου πάνω από τη δική μου, τελειώσαμε. Δεν θα υπάρξουν δεύτερες κουβέντες. Θα προχωρήσω σε διαζύγιο χωρίς άλλη συζήτηση».

«Το κατάλαβα», απάντησε χαμηλόφωνα.

Αγκαλιαστήκαμε αμήχανα, σχεδόν επιφυλακτικά, σαν δυο άνθρωποι που γνωρίζονται από την αρχή. Δεν ήταν μια παθιασμένη συμφιλίωση· ήταν, όμως, μια αφετηρία. Τις επόμενες ημέρες έδειξε έμπρακτα ότι ήθελε να αλλάξει. Ζητούσε τη γνώμη μου πριν πάρει αποφάσεις, συμμετείχε στις δουλειές του σπιτιού χωρίς να γκρινιάζει και σταμάτησε να σχολιάζει κάθε μικρολεπτομέρεια. Τα τηλεφωνήματα προς την Καλλιόπη αραίωσαν και οι συνομιλίες τους συντομεύτηκαν αισθητά.

Εγώ, από την πλευρά μου, συνέχισα να εργάζομαι ασταμάτητα. Οι πελάτες πλήθαιναν τόσο, που άρχισα να απορρίπτω προτάσεις. Δεν προλάβαινα. Στις 11 Μαΐου με κάλεσε ο Παναγιώτης, ιδιοκτήτης καταστήματος ανταλλακτικών αυτοκινήτων.

«Ελένη, σκέφτομαι να επεκταθώ και να ανοίξω δεύτερο κατάστημα. Χρειάζομαι κάποιον να αναλάβει εξ ολοκλήρου τα οικονομικά. Σταθερός μισθός 50.000 ευρώ και επιπλέον ποσοστό επί των κερδών. Σε ενδιαφέρει;»

Η πρόταση ήταν δελεαστική. Πενήντα χιλιάδες σταθερά, συν περίπου τριάντα από τους υπόλοιπους πελάτες που θα κρατούσα εξωτερικά.

«Θα μπορούσα να συνεργάζομαι μαζί σας και ταυτόχρονα να διατηρήσω δύο-τρεις πελάτες εκτός;» ρώτησα.

«Φυσικά. Αρκεί η δουλειά μου να γίνεται σωστά.»

«Τότε συμφωνώ. Ξεκινώ από 1η Ιουνίου.»

Έκλεισα το τηλέφωνο με ένα χαμόγελο που δεν μπορούσα να συγκρατήσω. Τα πράγματα έπαιρναν επιτέλους τροπή προς το καλύτερο. Το ίδιο βράδυ το ανακοίνωσα στον Γιώργο. Με συνεχάρη, όμως πίσω από τα λόγια του διέκρινα μια σκιά αμηχανίας. Το ότι η σύζυγός του θα είχε υψηλότερο εισόδημα τον πείραζε. Το καταλάβαινα. Παρ’ όλα αυτά, συγκρατήθηκε.

Την παραμονή της τελευταίας μου ημέρας στο γραφείο αποφάσισα να ανανεώσω λίγο το σπίτι. Είχα αποταμιεύσει ένα αξιοπρεπές ποσό και ήθελα να το χαρώ. Κάλεσα τεχνίτη και μέσα σε δύο μέρες το σαλόνι άλλαξε όψη. Επέλεξα απαλό μπεζ χρώμα για τους τοίχους, με διακριτικό σχέδιο. Ο χώρος φωτίστηκε. Αγόρασα καινούριο καναπέ, άνετο και μοντέρνο, αντικαθιστώντας τον παλιό που είχε καταρρεύσει. Πρόσθεσα τραπεζάκι, φωτιστικό δαπέδου και δύο πίνακες.

Ο Γιώργος κοιτούσε σιωπηλός.

«Από πού προέκυψαν όλα αυτά τα χρήματα;» ρώτησε τελικά.

«Τα κέρδισα», απάντησα απλά.

«Τριάντα χιλιάδες για ανακαίνιση… Θα μπορούσες να το συζητήσεις μαζί μου.»

«Για ποιο λόγο; Είναι δικά μου. Τα διαχειρίζομαι όπως θέλω. Ή μήπως ξέχασες ότι συμφωνήσαμε σε ξεχωριστούς λογαριασμούς;»

Έσφιξε το σαγόνι του, αλλά δεν συνέχισε.

Στις 14 Μαΐου αποχαιρέτησα τους συναδέλφους. Μικρή γιορτή, λουλούδια, ευχές. Η Δέσποινα με αγκάλιασε θερμά.

«Ελένη, τόλμησες να αλλάξεις πορεία. Σε θαυμάζω.»

Γύρισα σπίτι κρατώντας ένα μπουκέτο τριαντάφυλλα και μια αίσθηση ελευθερίας.

Το βράδυ της 15ης Μαΐου, καθώς συμπλήρωνα μια φορολογική δήλωση στον υπολογιστή, χτύπησε το κουδούνι. Άνοιξα και αντίκρισα την Καλλιόπη με μια τεράστια βαλίτσα και αποφασιστικό βλέμμα.

«Ήρθα», ανακοίνωσε.

«Καλησπέρα. Ο Γιώργος το γνωρίζει;»

«Όχι. Του ετοίμασα έκπληξη.»

Την άφησα να περάσει. Κοίταξε γύρω της.

«Ανακαινίσατε! Μπράβο, Γιωργάκη!»

«Εγώ το έκανα», διευκρίνισα. «Με δικά μου χρήματα.»

Σούφρωσε τα χείλη.

«Με ποια δικά σου;»

«Με όσα κέρδισα δουλεύοντας.»

Χαμογέλασε ειρωνικά. «Επαγγελματίας πλέον, ε; Θα δούμε πόσο θα κρατήσει.»

Ο Γιώργος, όταν μπήκε και την είδε, πάγωσε.

«Μαμά;»

«Ήρθα να μείνω λίγες μέρες. Θα σας βοηθήσω. Το σπίτι χρειάζεται χέρι. Καινούριος καναπές, αλλά κουρτίνες παλιές. Δεν ταιριάζει.»

Επέλεξα να μη δώσω συνέχεια. Εκείνη εγκαταστάθηκε στο σαλόνι και άρχισε να δίνει οδηγίες.

«Γιατί δεν μαγειρεύεις καθημερινά; Ο άντρας θέλει ζεστό φαγητό.»

«Εργάζομαι πολλές ώρες», απάντησα.

«Αυτά με τον υπολογιστή δεν είναι πραγματική δουλειά.»

Ο Γιώργος παρέμενε σιωπηλός. Την τρίτη ημέρα, δεν άντεξα.

«Πρέπει να μιλήσουμε», του είπα και βγήκαμε στο μπαλκόνι.

«Θα φύγει σύντομα», προσπάθησε να με καθησυχάσει.

«Δεν πρόκειται για τη διάρκεια. Πρόκειται για τα όρια. Συμφωνήσαμε ότι δεν θα επιτρέψουμε παρεμβάσεις.»

«Απλώς θέλει να βοηθήσει.»

«Με προσβάλλει καθημερινά. Αν συνεχιστεί, θα φύγω εγώ.»

Το πρόσωπό του άσπρισε.

«Με αναγκάζεις να διαλέξω;»

«Ναι. Ή θα της ζητήσεις να φύγει, ή εγώ θα αποχωρήσω και θα καταθέσω αίτηση διαζυγίου.»

Μάζεψα λίγα ρούχα και τηλεφώνησα στη Χριστίνα. Με φιλοξένησε αμέσως. Πριν φύγω, του έδωσα τρεις ημέρες να αποφασίσει.

Στις 20 Μαΐου με πήρε.

«Την πήγα στον σταθμό χθες το βράδυ. Έφυγε. Σε θέλω πίσω.»

Επέστρεψα, αλλά ξεκαθάρισα ότι θα ήταν η τελευταία φορά που θα ανεχόμουν παρόμοια κατάσταση. Με υποδέχτηκε με ειλικρινή μεταμέλεια.

Από 1η Ιουνίου ξεκίνησα στο νέο γραφείο. Δικό μου γραφείο, αξιοπρεπής μισθός και προοπτική. Στο τέλος του μήνα τα έσοδά μου έφτασαν τις 83.000 ευρώ, ενώ ο Γιώργος είχε 50.000. Η οικονομική μου αυτονομία μού έδινε αυτοπεποίθηση. Εκείνος χαμήλωσε τόνους. Η Καλλιόπη τηλεφωνούσε σπανιότερα και ο Γιώργος είχε μάθει να λέει «όχι».

Πέρασαν δύο μήνες. Η σχέση μας, όμως, έμοιαζε περισσότερο με συγκατοίκηση. Ευγένεια υπήρχε· οικειότητα όχι.

«Μήπως απλώς μοιραζόμαστε τον ίδιο χώρο;» τον ρώτησα ένα βράδυ.

«Ίσως», παραδέχτηκε. «Δεν ξέρω πώς να το διορθώσω.»

«Ίσως πρέπει να χωρίσουμε πολιτισμένα», πρότεινα. «Να πουλήσουμε το διαμέρισμα και να προχωρήσουμε.»

Σιώπησε για ώρα.

«Το εννοείς;»

«Ναι. Προσπαθήσαμε. Κάτι έχει ραγίσει.»

«Να δοκιμάσουμε ψυχολόγο;»

Η ιδέα μού φάνηκε λογική. Του έδωσα έναν μήνα.

Βρήκαμε την Κυριακή, οικογενειακή σύμβουλο. Στις συνεδρίες ειπώθηκαν αλήθειες που χρόνια μένανε κρυμμένες. Ο Γιώργος παραδέχτηκε ότι μεγάλωσε με την πεποίθηση πως ο άντρας δεν δείχνει αδυναμία. Εγώ ομολόγησα πως επί χρόνια καταπίεζα τον εαυτό μου για να αποφύγω συγκρούσεις. Σιγά-σιγά αρχίσαμε να μιλάμε ουσιαστικά.

Στις αρχές φθινοπώρου συνέβη κάτι που μας ταρακούνησε. Η Καλλιόπη υπέστη εγκεφαλικό και νοσηλεύτηκε. Πήγαμε μαζί στο χωριό. Στο δωμάτιο του νοσοκομείου έμοιαζε εύθραυστη.

«Δεν χρειάζομαι τον οίκτο της», ψιθύρισε όταν με είδε.

«Δεν ήρθα από οίκτο», απάντησα. «Είστε η μητέρα του άντρα μου.»

Μείναμε τρεις μέρες. Φροντίσαμε ό,τι χρειαζόταν. Ένα βράδυ, όταν ο Γιώργος έλειπε, με κάλεσε κοντά της.

«Έκανα λάθη», είπε με κόπο. «Νόμιζα ότι ήξερα τι είναι καλύτερο. Δεν ήξερα. Συγχώρεσέ με.»

Της έσφιξα το χέρι. «Αρκεί να υπάρχει σεβασμός.»

Όταν επιστρέψαμε, ο Γιώργος ήταν διαφορετικός.

«Κατάλαβα πολλά», μου είπε. «Θέλω να είμαστε μαζί χωρίς φόβο και έλεγχο. Μόνο επειδή το επιλέγουμε.»

Τον κοίταξα προσεκτικά.

«Με αγαπάς;»

«Ναι. Πάντα. Απλώς δεν ήξερα πώς να το δείξω.»

Τον αγκάλιασα. Αυτή τη φορά χωρίς επιφυλάξεις.

Τον Οκτώβριο η σχέση μας είχε βελτιωθεί αισθητά. Μάθαμε να συζητάμε, να συνεργαζόμαστε. Εκείνος βοηθούσε αυθόρμητα στο σπίτι, εγώ έδειχνα περισσότερη κατανόηση.

Τον Νοέμβριο ο Παναγιώτης μού έκανε μια απρόσμενη πρόταση.

«Ελένη, σε έξι μήνες έβαλες τάξη παντού. Σκέφτομαι τρίτο κατάστημα. Θέλω να μπεις συνεταίρος με ποσοστό 10%. Επένδυση 100.000 ευρώ. Σε ενδιαφέρει;»

Ήταν μεγάλο βήμα. Το ποσό το είχα συγκεντρώσει, αλλά δεν έπαυε να είναι ρίσκο.

«Δώσε μου λίγες μέρες να το σκεφτώ», του είπα.

Το ίδιο βράδυ το συζήτησα με τον Γιώργο. Με άκουσε προσεκτικά.

«Και τι λέει η καρδιά σου;» με ρώτησε.

«Είναι ευκαιρία, αλλά φοβάμαι το ρίσκο», παραδέχτηκα.

Με κοίταξε σταθερά.

«Πόσα έχεις στην άκρη;»

Ψίθυροι Ζωής