“Εδώ μέσα υπάρχουν τριακόσιες χιλιάδες ευρώ,” είπε η Αναστασία Αποστόλου με τόνο αδιάφορο, προσφέροντας λύτρα για να στείλει την Αλεξάνδρα πίσω στο χωριό

Απάνθρωπη πρόταση, άδικη, ντροπιαστική και συντριπτική.
Ιστορίες

Ο φάκελος προσγειώθηκε κατευθείαν μέσα στο πιάτο με τη μανιταρόσουπα, σκορπίζοντας καυτό ζωμό προς κάθε κατεύθυνση. Σταγόνες λίπους πιτσίλισαν το κατάλευκο τραπεζομάντιλο και έπεσαν πάνω στο χέρι μου, όμως έμεινα ακίνητη, σαν να μην με άγγιξε τίποτα. Το βλέμμα μου είχε καρφωθεί στο φουσκωμένο χαρτί που μούσκευε αργά, ρουφώντας το ζωμό σαν σφουγγάρι.

— Εδώ μέσα υπάρχουν τριακόσιες χιλιάδες ευρώ, — είπε η Αναστασία Αποστόλου με τόνο αδιάφορο, λες και υπαγόρευε λίστα για το σούπερ μάρκετ. — Φτάνουν για τη διαδικασία, για την αποκατάσταση και για ένα εισιτήριο επιστροφής στο χωριουδάκι σου. Μόνο μετάβαση.

Γύρω μας ακουγόταν χαμηλή τζαζ, οι σερβιτόροι κινούνταν αθόρυβα ανάμεσα στα τραπέζια, ποτήρια τσούγκριζαν, γέλια ανακατεύονταν με μουσική. Κι όμως, εγώ ένιωθα σαν να με είχαν κλείσει σε άδειο δωμάτιο χωρίς οξυγόνο.

Σήκωσα τα μάτια μου προς τον Θεόδωρο Ευαγγέλου. Τον Θεόδωρό μου. Τρία χρόνια καθόμασταν στο ίδιο θρανίο στο πανεπιστήμιο, μοιραζόμασταν το ίδιο φτηνό γεύμα και σχεδιάζαμε πώς θα ονομάσουμε το πρώτο μας παιδί. Τώρα είχε μαζευτεί στο κάθισμά του και κατακρεουργούσε με το πιρούνι μια μπριζόλα που δεν του έφταιγε σε τίποτα.

— Θεόδωρε; — η φωνή μου ακούστηκε ξένη ακόμη και σε μένα. — Τα ακούς αυτά;

Το μάγουλό του τινάχτηκε νευρικά, όμως δεν τόλμησε να με κοιτάξει.

— Αλεξάνδρα, η μητέρα μου έχει δίκιο… — μουρμούρισε κοιτώντας το πιάτο του. — Δεν είναι η κατάλληλη στιγμή. Ξεκινάω πρακτική στην εισαγγελία της πόλης, η καριέρα μου τώρα θεμελιώνεται. Η εικόνα μου πρέπει να είναι άψογη. Και ένα μωρό… πάνες, κλάματα… Καταλαβαίνεις.

— Να καταλάβω τι; — ένιωσα έναν καυτό κόμπο να ανεβαίνει στο λαιμό μου. — Ότι το παιδί μας είναι λεκές στο βιογραφικό σου;

— Μη με εκβιάζεις συναισθηματικά! — ξέσπασε η Αναστασία Αποστόλου.

Το καλοσυντηρημένο πρόσωπό της κοκκίνισε από θυμό. Έσκυψε μπροστά, τα χρυσά της βραχιόλια κουδούνισαν απειλητικά.

— Εσύ, που ήρθες από την επαρχία, νόμισες ότι με μια εγκυμοσύνη θα εξασφαλίσεις θέση στην Αθήνα; Ξέχασέ το. Ο γιος μου ανήκει στην ελίτ, θα γίνει εισαγγελέας της πόλης. Κι εσύ; Κόρη ενός αρχειοφύλακα;

Η Σοφία Ξενάκη, χωρίς να σηκώσει το βλέμμα από το κινητό της, γέλασε ειρωνικά.

— Μαμά, αλήθεια πίστεψε ότι θα γίνουμε συγγενείς με υπηρετικό προσωπικό; Ο πατέρας της ξεσκονίζει φακέλους για ψίχουλα.

Ίσιωσα την πλάτη μου. Ο φόβος είχε χαθεί, αφήνοντας πίσω του μια παγωμένη διαύγεια.

— Ο πατέρας μου εργάζεται στο αρχείο του δικαστηρίου, — δήλωσα καθαρά. — Και είναι τίμιος άνθρωπος. Σε αντίθεση με εσάς. Πάρτε τα χρήματά σας. Θα τα καταφέρω χωρίς αυτά.

Σηκώθηκα, παρότι τα γόνατά μου έτρεμαν.

— Χωρίς αυτά; — ούρλιαξε η Αναστασία. — Δεν θα αφήσω να καταστρέψεις το μέλλον του γιου μου με απαιτήσεις και σκάνδαλα. Θα κάνεις αυτό που πρέπει, αλλιώς θα σε εξαφανίσω.

Πετάχτηκε όρθια, ανατρέποντας το ποτήρι με το κόκκινο κρασί. Το σκούρο υγρό απλώθηκε στο τραπέζι σαν λεκές αίματος. Έκανα να φύγω, όμως με άρπαξε από τον αγκώνα και, με το άλλο της χέρι, με χτύπησε.

Ο ξερός ήχος της σφαλιάρας σκέπασε τη μουσική. Το μάγουλό μου πήρε φωτιά, το κεφάλι μου γύρισε απότομα στο πλάι. Στην αίθουσα απλώθηκε βαριά σιωπή.

— Άχρηστη! — ψιθύρισε δηλητηριωδώς μπροστά στο πρόσωπό μου. — Εξαφανίσου από τον κύκλο μας!

Ο Θεόδωρος δεν σηκώθηκε καν.

Τράβηξα το χέρι μου από το δικό της και κατευθύνθηκα προς την έξοδο. Ένιωθα δεκάδες βλέμματα να καίνε την πλάτη μου, να καρφώνονται πάνω στην ταπεινωμένη κοπέλα που αποχωρούσε. Όμως δεν έκλαψα.

Ψίθυροι Ζωής