Εκείνος επιχείρησε να προσθέσει κάτι ακόμη, όμως η Νεφέλη δεν του άφησε περιθώριο· τερμάτισε την κλήση πριν προλάβει να ολοκληρώσει τη φράση του.
Ξαναεμφανίστηκε έναν μήνα αργότερα. Αυτή τη φορά άλλαξε τακτική. Η φωνή του μαλάκωσε, γέμισε αναμνήσεις. Μίλησε για τα καλοκαίρια στο Ναύπλιο, για τον πατέρα τους, για τις διαδρομές προς το παλιό σπίτι των παππούδων. Της θύμισε πώς έριχναν πετονιά στο ποτάμι, πώς γύριζαν με λερωμένα χέρια από τα βατόμουρα.
— Δεν τα θυμάσαι; — της είπε σχεδόν ικετευτικά. — Είναι κομμάτι της ζωής μας. Εκεί μεγαλώσαμε. Το σπίτι αυτό είναι μέρος της ιστορίας μας.
Η Νεφέλη άκουσε χωρίς να τον διακόψει. Όταν εκείνος σώπασε, απάντησε ήρεμα:
— Αν σημαίνει τόσα για σένα, Κώστα, κάνε μου μια πρόταση και αγόρασέ το. Περιμένω.
Η γραμμή έκλεισε απότομα.
Η Ολυμπία επιχείρησε να μεσολαβήσει. Τηλεφωνούσε, την παρακαλούσε να περάσει από το σπίτι «να τα πουν πολιτισμένα, σαν ώριμοι άνθρωποι». Η Νεφέλη, ευγενική αλλά αμετακίνητη, αρνήθηκε. Δεν υπήρχε τίποτε να διαπραγματευτούν. Είχε αποφασίσει.
Δύο μήνες αργότερα εμφανίστηκε αγοραστής. Ο Αντώνης, γύρω στα σαράντα πέντε, στέλεχος σε εταιρεία της περιφέρειας, έψαχνε οικόπεδο για να χτίσει ένα μικρό εξοχικό για την οικογένειά του. Το παλιό κτίσμα δεν τον ενδιέφερε καθόλου· σκόπευε να το κατεδαφίσει και να ανεγείρει ένα καινούργιο, ελαφριάς κατασκευής. Η τοποθεσία τον ικανοποιούσε, όπως και η απόσταση από την πόλη· ο δρόμος ήταν σε καλή κατάσταση.
— Τετρακόσιες είκοσι χιλιάδες ευρώ. Αυτή είναι η τελική μου προσφορά, — δήλωσε μετά τη δεύτερη επίσκεψη.
— Συμφωνώ, — απάντησε εκείνη χωρίς δισταγμό.
Η διαδικασία ολοκληρώθηκε γρήγορα. Υπογραφή συμβολαίων, μεταγραφή στο αρμόδιο υποθηκοφυλακείο, καταβολή του ποσού μέσω τραπεζικού λογαριασμού. Όλα νόμιμα και διαφανή. Την ίδια κιόλας ημέρα η Νεφέλη κατέθεσε τα χρήματα σε προθεσμιακή κατάθεση. Το επιτόκιο δεν ήταν εντυπωσιακό, αλλά αποτελούσε μια μικρή ασφάλεια.
Έπειτα άρχισε να ψάχνει για ένα δικό της διαμέρισμα. Το ενοίκιο της απορροφούσε σχεδόν το ένα τρίτο του μισθού της και είχε κουραστεί να πληρώνει για κάτι που δεν της ανήκε. Ήθελε ένα χώρο δικό της — μικρό, ίσως σε πιο απομακρυσμένη γειτονιά, αλλά δικό της.
Την ημέρα που η μεταβίβαση οριστικοποιήθηκε και ο Αντώνης πήρε στα χέρια του τα έγγραφα κυριότητας, η Νεφέλη πέρασε από το σπίτι της μητέρας της. Χτύπησε το κουδούνι. Η Ολυμπία άνοιξε με ένα βλέμμα επιφυλακτικό, σχεδόν φοβισμένο.
— Μπορώ να μπω; — ρώτησε ήρεμα.
— Έλα, φυσικά, — απάντησε εκείνη κάνοντας στην άκρη.
Κάθισαν στην κουζίνα. Ο ίδιος χώρος, το ίδιο τραπέζι, οι ίδιες καρέκλες. Μόνο τα κλειδιά δεν βρίσκονταν πια επάνω στο ξύλο· η Ολυμπία τα είχε απομακρύνει. Έβαλε νερό να βράσει και έφερε δύο φλιτζάνια. Τα δάχτυλά της έτρεμαν ελαφρά.
— Το σπίτι πουλήθηκε, — είπε η Νεφέλη καθώς καθόταν.
Η μητέρα της έγνεψε καταφατικά χωρίς να την κοιτάξει.
— Ο Κώστας μου το είπε… είναι πολύ ταραγμένος.
— Το ξέρω. Μου τηλεφώνησε.
— Κορίτσι μου, — σήκωσε επιτέλους το βλέμμα της· τα μάτια της ήταν βουρκωμένα. — Δεν ήθελα να εξελιχθούν έτσι τα πράγματα. Πίστευα ότι θα χαιρόσουν.
Η Νεφέλη κράτησε το ζεστό φλιτζάνι ανάμεσα στις παλάμες της.
— Δεν το έκανα από εκδίκηση, ούτε για να πληγώσω κανέναν. Το έκανα γιατί ήταν λογικό.
— Τότε γιατί; — ψιθύρισε η Ολυμπία.
Έμεινε για λίγο σιωπηλή, αναζητώντας τις σωστές λέξεις.
— Γιατί κουράστηκα να προσποιούμαι ότι η μοιρασιά ήταν δίκαιη. Ο Κώστας πήρε κάτι που του αποφέρει κάθε μήνα τριάντα χιλιάδες ευρώ. Σε έναν χρόνο ξεπερνούν τις τριακόσιες χιλιάδες. Εγώ πήρα κάτι που μου κόστιζε περίπου είκοσι χιλιάδες τον χρόνο για συντήρηση. Και όλοι έλεγαν πως αυτό είναι ισορροπία.
— Νόμιζα πως δεν είχες αντίρρηση τότε, — είπε η μητέρα της σκουπίζοντας τα μάτια της.
— Δεν αντέδρασα γιατί δεν ήθελα ρήξη. Πίστευα ότι ενεργούσατε για το καλό μου. Όμως το καλό δεν είναι να φορτώνεις σε κάποιον ένα βάρος και να το ονομάζεις κληρονομιά. Το καλό είναι να είσαι δίκαιος.
Η Ολυμπία χαμήλωσε το βλέμμα. Μετά από λίγο αναστέναξε βαριά.
— Ίσως έκανα λάθος. Ήθελα να βοηθήσω τον Κώστα· πλήρωνε ενοίκιο, δυσκολευόταν. Εσύ… πάντα τα κατάφερνες. Νόμιζα πως θα τα βγάλεις πέρα.
— Εκείνον τον στήριξες, — είπε η Νεφέλη ήρεμα. — Εμένα όχι.
Η μητέρα της δεν αντέκρουσε. Απλώς σκούπισε μια σταγόνα που κύλησε στην άκρη του ματιού της.
Όταν τελείωσε το τσάι, η Νεφέλη ξέπλυνε το φλιτζάνι και σηκώθηκε.
— Πρέπει να φύγω. Ήθελα μόνο να ξέρεις ότι δεν κρατώ κακία. Έκανα αυτό που όφειλα να είχα κάνει εδώ και καιρό.
— Δεν θα μείνεις λίγο; — ρώτησε αδύναμα η Ολυμπία.
— Όχι. Αύριο έχω μάθημα νωρίς.
Στο κατώφλι γύρισε και την κοίταξε. Η μητέρα της στεκόταν στην πόρτα της κουζίνας, πιο κουρασμένη, πιο μικρή απ’ όσο τη θυμόταν. Στο βλέμμα της διαγραφόταν η συνειδητοποίηση, όχι όμως συγγνώμη. Και η Νεφέλη δεν την περίμενε. Ορισμένα ρήγματα δεν κλείνουν με λέξεις.
Ο Κώστας δεν επικοινώνησε ξανά. Εκείνη επίσης δεν έκανε κίνηση. Για ένα διάστημα περίμενε μήπως εμφανιστεί, μήπως επιχειρήσει μια ειλικρινή συζήτηση. Το τηλέφωνο, όμως, παρέμεινε σιωπηλό.
Τρεις μήνες μετά βρήκε αυτό που έψαχνε: μια γκαρσονιέρα είκοσι οκτώ τετραγωνικών σε καινούργια πολυκατοικία στα όρια της πόλης, με θέα σε πάρκο. Η τιμή έφτανε το ενάμιση εκατομμύριο ευρώ. Κατέβαλε τις τετρακόσιες είκοσι χιλιάδες ως προκαταβολή και το υπόλοιπο το κάλυψε με στεγαστικό δάνειο δεκαετούς διάρκειας. Η μηνιαία δόση ήταν δώδεκα χιλιάδες — λιγότερα από όσα έδινε στο ενοίκιο. Και τώρα πλήρωνε για κάτι που της ανήκε.
Μετακόμισε μόνη. Λίγα έπιπλα, τα απολύτως απαραίτητα — ένας καναπές, ένα τραπέζι, μια ντουλάπα. Τα αγόρασε με μικρή πίστωση, διαχειρίσιμη. Στεκόμενη στο κέντρο του φωτεινού, σχεδόν άδειου χώρου, ένιωσε σαν να έπεφτε από πάνω της και το τελευταίο βάρος. Καμία μυρωδιά υγρασίας, κανένα ίχνος παρελθόντος, καμία υποχρέωση προς μνήμες που δεν την εξυπηρετούσαν πια. Μόνο ένα καθαρό ξεκίνημα.
Τα κλειδιά του παλιού σπιτιού δεν τα πήρε ποτέ από το τραπέζι της μητέρας της. Παραδόθηκαν στον Αντώνη την ημέρα της υπογραφής, μαζί με τα συμβόλαια. Εκείνος είχε ήδη δρομολογήσει τα σχέδια για το νέο κτίσμα· συνεργεία, κατεδάφιση, σχέδιο για μια κατοικία με βεράντα και μικρό κήπο.
Τα παλιά κλειδιά, εκείνα που άφησε η Νεφέλη εκείνο το βράδυ, έμειναν κάπου σε ένα συρτάρι της Ολυμπίας. Ένα σιωπηλό σύμβολο ότι μερικές φορές η απελευθέρωση ξεκινά με μια απλή πράξη: αφήνεις το βάρος στο τραπέζι και απομακρύνεσαι. Δεν το σηκώνεις ξανά. Δεν απολογείσαι. Δεν εξηγείς.
Η Νεφέλη συνέχισε τη ζωή της χωρίς το αίσθημα χρέους απέναντι στο χθες. Προχώρησε ως άνθρωπος που έμαθε επιτέλους να ξεχωρίζει τη δικαιοσύνη από τη βολή των άλλων. Και μέσα σε αυτή τη διάκριση βρήκε την αληθινή της ελευθερία.
