Το χέρι μου έμεινε σταθερό μέχρι τέλους.

Ο Σπυρίδων Ορφανίδης άσπρισε απότομα. «Όχι, περίμενε… δεν το κατάλαβες σωστά…» ψέλλισε, χάνοντας για πρώτη φορά τη βεβαιότητά του. Δεν του έδωσα χώρο να συνεχίσει. Σηκώθηκα αργά, πήρα την τσάντα μου και τον ενημέρωσα ψυχρά πως από εδώ και στο εξής κάθε επικοινωνία θα περνά αποκλειστικά μέσω δικηγόρων. Εκείνο το βράδυ δεν επέστρεψα στο σπίτι. Κλείστηκα σε ένα ξενοδοχείο και, ξαπλωμένη στο κρεβάτι, άρχισα να ερευνώ το ηλεκτρονικό του ταχυδρομείο: κινήσεις λογαριασμών, συμφωνητικά, παλιές συνομιλίες. Ο Σπυρίδων είχε επαναπαυθεί στην ιδέα ότι ήταν άτρωτος.
Το επόμενο πρωί κάλεσα την Ευδοκία Νικολόπουλου, μια νομικό με πολυετή εμπειρία. Της παρέθεσα με ακρίβεια ημερομηνίες, ποσά, επωνυμίες εταιρειών. Το προγαμιαίο μας σύμφωνο υπήρχε, όμως τα κοινά μας περιουσιακά στοιχεία τα διαχειριζόταν μέσω εταιρείας όπου ήμουν συνιδρύτρια. Πίστευε πως δεν θα έμπαινα ποτέ στον κόπο να εξετάσω τα βιβλία. Υπολόγισε λάθος.
Μέσα στην ίδια εβδομάδα, η Δέσποινα Βασιλάκη έκανε την εμφάνισή της στους επαγγελματικούς μας κύκλους ως «σύμβουλος». Υπερβολικά φανερά. Υπερβολικά βιαστικά. Ενώ εκείνος επιτάχυνε το τέλος, εγώ συγκέντρωνα αποδείξεις και ζητούσα οικονομικό έλεγχο. Δεν επιδίωκα εκδίκηση· απαιτούσα ισορροπία.
Την Παρασκευή με κάλεσε δέκα φορές. Δεν απάντησα. Στις οκτώ έλαβα μήνυμα: «Πρέπει να μιλήσουμε. Υπάρχουν πράγματα που αγνοείς». Πήρα βαθιά ανάσα και συνειδητοποίησα πως οι κανόνες του παιχνιδιού είχαν ήδη αλλάξει.
