Ο σύζυγός μου άφησε πάνω στο τραπέζι τα χαρτιά του διαζυγίου με ένα χαμόγελο που δεν είχα ξαναδεί και ξεστόμισε: «Ή αποδέχεσαι την άλλη γυναίκα στη ζωή μου ή τελειώνουμε εδώ». Δεν δίστασα ούτε στιγμή· πήρα τα έγγραφα στα χέρια μου.
Όταν ο Σπυρίδων Ορφανίδης τα ακούμπησε στο ίδιο τραπέζι όπου επί δώδεκα χρόνια πίναμε καφέ, σχεδιάζαμε ταξίδια και γιορτάζαμε τις επαγγελματικές του επιτυχίες, έμοιαζε βέβαιος για τη νίκη του. Με ήρεμη, σχεδόν αδιάφορη φωνή επανέλαβε το τελεσίγραφο, χωρίς καν να με κοιτάξει. Περίμενε να καταρρεύσω, να ικετεύσω ή να αρχίσω παζάρια. Δεν του έκανα τη χάρη.
Ονομάζομαι Κασσάνδρα Λαζαρίδη, είμαι τριάντα εννέα ετών και έχω μάθει να πορεύομαι με πειθαρχία και καθαρό μυαλό. Τους τελευταίους μήνες οι ενδείξεις της απιστίας του πλήθαιναν: κλήσεις που κόβονταν απότομα, «επαγγελματικά ταξίδια» κάθε Παρασκευή, άρωμα ξένο στα πουκάμισά του. Παρ’ όλα αυτά, δεν φανταζόμουν πως θα με πίεζε να νομιμοποιήσω την περιπέτειά του με απειλή διαζυγίου. Διάβασα προσεκτικά κάθε παράγραφο και, χωρίς τον παραμικρό δισταγμό, υπέγραψα αποφασιστικά το όνομά μου.
