— Η θέση σου είναι στην κουζίνα! — φώναξε ο σύζυγος μπροστά στους καλεσμένους.
— Η δική σου, πάλι, είναι δίπλα στη μητέρα σου — απάντησε εκείνη ήρεμα, έχοντας ήδη αποφασίσει να καταθέσει αίτηση διαζυγίου.
— Η θέση σου είναι στην κουζίνα! — πέταξε κοφτά ο Γιάννης, διακόπτοντας τη Δήμητρα μπροστά στα αποσβολωμένα βλέμματα όλων.
Το τραπέζι στη βεράντα, στρωμένο γιορτινά, με καθαρό τραπεζομάντιλο και καλοκαιρινά λουλούδια, βυθίστηκε ξαφνικά σε μια παγωμένη σιωπή. Η Δήμητρα σήκωσε αργά τα μάτια από το πιάτο της και κάρφωσε το βλέμμα της στον άντρα της. Δεν υπήρχαν δάκρυα εκεί μέσα, ούτε θυμός. Μόνο η σταθερότητα ενός ανθρώπου που, ύστερα από χρόνια εσωτερικής πάλης, είχε πια πάρει την απόφασή του.
— Κι εσύ ανήκεις στη μητέρα σου — είπε με φωνή απολύτως ήρεμη και άφησε την πετσέτα δίπλα στο άθικτο γλυκό.

Η μητέρα του Γιάννη έσφιξε τα χείλη. Η αδελφή του, η Παρασκευή, χαμήλωσε το βλέμμα, ενώ ο άντρας της καθάρισε αμήχανα τον λαιμό του. Η φίλη της Δήμητρας, η Μαρίνα, την κοίταξε με ανησυχία, αλλά δεν μίλησε. Εκείνο το ζεστό βράδυ του Ιουλίου, που προοριζόταν για μια ευχάριστη οικογενειακή συγκέντρωση, μετατράπηκε στην αρχή του τέλους.
Όλα ξεκίνησαν όταν ο Γιάννης άρχισε να μιλά για το καινούργιο επιχειρηματικό του σχέδιο: μια επένδυση στην ανέγερση ενός συγκροτήματος κατοικιών. Η Δήμητρα τόλμησε απλώς να εκφράσει αμφιβολίες για την αξιοπιστία του συνεργάτη με τον οποίο σκόπευε να μπλέξει.
— Δεν μου φαίνεται και τόσο φερέγγυος ο Πάνος. Θυμάσαι πέρσι πώς άφησε εκτεθειμένο τον Χρήστο με τις παραδόσεις; — είπε.
Τότε ακούστηκε η φράση που θα ανέτρεπε ολόκληρη τη ζωή τους.
Η Δήμητρα σηκώθηκε από το τραπέζι και κατευθύνθηκε προς το σπίτι. Πίσω της ακούστηκε η φωνή του:
— Πού πας; Δεν σου έδωσα άδεια να φύγεις!
Δεν γύρισε καν να τον κοιτάξει. Ανέβηκε στην κρεβατοκάμαρα, έκλεισε την πόρτα και κάθισε στην άκρη του κρεβατιού. Η απόφαση που ωρίμαζε μέσα της επί χρόνια πήρε επιτέλους τη μορφή συγκεκριμένου σχεδίου.
Το επόμενο πρωί ο Γιάννης ξύπνησε μόνος. Η Δήμητρα είχε κοιμηθεί στο δωμάτιο των ξένων. Όταν εκείνος κατέβηκε για πρωινό, βρήκε στο τραπέζι μόνο το φλιτζάνι του καφέ του και ένα πιάτο με σάντουιτς. Η γυναίκα του καθόταν απέναντί του κρατώντας έγγραφα.
— Τι είναι αυτά; — ρώτησε καχύποπτα, κοιτάζοντας τα χαρτιά.
— Αίτηση διαζυγίου. Θα την καταθέσω σήμερα — απάντησε η Δήμητρα με την ηρεμία κάποιου που ανακοινώνει ότι θα πάει για ψώνια. — Έχω ήδη μιλήσει με δικηγόρο εδώ και έναν μήνα.
— Για μία κουβέντα; Τρελάθηκες; — ο Γιάννης γέλασε νευρικά. — Ένα αστείο ήταν!
— Όχι, Γιάννη. Είναι δέκα χρόνια από τέτοιες κουβέντες, βλέμματα και συμπεριφορές. Χθες απλώς το έκανες μπροστά σε όλους, ακόμη και μπροστά στον γιο μας.
Ο Γιάννης σωριάστηκε στην καρέκλα, σαν να συνειδητοποιούσε μόλις τότε πως ο Μάρκος είχε πράγματι ακούσει τα πάντα πριν τρέξει να παίξει με το τάμπλετ του.
— Δήμητρα, ας το συζητήσουμε — είπε, αλλάζοντας τόνο. — Παραφέρθηκα, το παραδέχομαι.
— Είναι αργά — σηκώθηκε και μάζεψε τα χαρτιά. — Βρήκα διαμέρισμα. Με τον Μάρκο μετακομίζουμε το επόμενο Σάββατο.
— Τι; Ποιο διαμέρισμα; Και με τι χρήματα; — στη φωνή του ανακατεύονταν η οργή με την κατάπληξη.
— Με όσα βάζω στην άκρη εδώ και πέντε χρόνια από τον μισθό μου. Με εκείνα που εσύ αποκαλούσες πάντα «χαρτζιλίκι».
Το πρόσωπό του σκοτείνιασε.
— Δηλαδή με κορόιδευες; Έκλεβες από το οικογενειακό ταμείο;
— Όχι. Έφτιαχνα μια έξοδο διαφυγής. Και, όπως αποδείχθηκε, έκανα πολύ καλά.
Έφυγε, αφήνοντάς τον μόνο με τον καφέ που κρύωνε.
Τρεις μέρες αργότερα η Δήμητρα έμαθε για την πώληση του εξοχικού. Το τηλεφώνημα από την εφορία, που ζητούσε διευκρινίσεις για τη δήλωση του ποσού, την έπιασε εντελώς απροετοίμαστη. Το σπίτι που είχε κληρονομήσει από τη γιαγιά της και που μετά τον γάμο είχε περάσει ως κοινή περιουσία, είχε πουληθεί έναν μήνα νωρίτερα. Η υπογραφή της είχε πλαστογραφηθεί. Και ήξερε πολύ καλά ποιος μπορούσε να το έχει κάνει: ένας φίλος του Γιάννη εργαζόταν στο κτηματολόγιο.
Το ίδιο βράδυ άφησε μπροστά του ένα τυπωμένο αντίγραφο του συμβολαίου αγοραπωλησίας.
— Θα μου το εξηγήσεις;
Δεν μπήκε καν στον κόπο να αρνηθεί.
— Τα έβαλα στην επιχείρηση. Ήθελα να σου κάνω έκπληξη όταν θα έβγαινε το πρώτο κέρδος.
— Δεκαπέντε χιλιάδες ευρώ; Χωρίς τη δική μου συναίνεση;
— Εγώ είμαι ο αρχηγός αυτής της οικογένειας και εγώ παίρνω τις οικονομικές αποφάσεις — απάντησε απότομα. — Αν δεν είχες στήσει αυτό το θέατρο με το διαζύγιο, σε έξι μήνες θα αγοράζαμε άλλο εξοχικό, δύο φορές καλύτερο.
— Πού είναι τα χρήματα, Γιάννη; — Η Δήμητρα τον κοίταξε ίσια στα μάτια. — Μίλησα με τον Ηλία από το «σχέδιό» σας. Μου είπε πως δεν κατέθεσες ούτε ένα ευρώ.
Ο Γιάννης κοκκίνισε.
— Με παρακολουθείς; Τηλεφωνείς στους συνεργάτες μου πίσω από την πλάτη μου;
— Απάντησε στην ερώτηση. Πού πήγαν τα χρήματα από το εξοχικό της γιαγιάς μου;
Εκείνος γύρισε προς το παράθυρο.
— Αυτό δεν σε αφορά πια. Θέλεις διαζύγιο; Πάρ’ το. Αλλά το παιδί δεν θα σου το δώσω.
Οι γονείς του Γιάννη εμφανίστηκαν δύο μέρες αργότερα.
