Ο άντρας μου, ένα πρωινό στο τραπέζι, μου το είπε σαν να ανακοίνωνε κάτι ασήμαντο: «Σε βαρέθηκα. Βρες ένα σπίτι να νοικιάσεις, γιατί από εδώ και πέρα η ερωμένη μου θα μένει εδώ». Κι επειδή αυτό δεν του φαινόταν αρκετό, απαίτησε και να μείνει ο γιος μας μαζί του. Δεν ξέσπασα σε κλάματα, δεν φώναξα, δεν τον παρακάλεσα. Άφησα αμίλητη τα κλειδιά μου πάνω στο τραπέζι και άρχισα να μαζεύω τα πράγματά μου. Εκείνος χαμογελούσε, σίγουρος πως είχε κερδίσει… μέχρι που ο γιος μας έβγαλε από την τσέπη το δικό του κλειδί, το ακούμπησε δίπλα στο δικό μου και είπε: «Εγώ φεύγω με τη μαμά».
ΜΕΡΟΣ 1
— Σε έχω κουραστεί, αλλά ένα διαζύγιο αυτή τη στιγμή θα μου κόστιζε υπερβολικά. Οπότε καλύτερα να πας εσύ σε ένα νοικιασμένο διαμέρισμα. Εγώ θα μείνω εδώ με τη φίλη μου.
Ο Σπύρος ξεστόμισε αυτά τα λόγια απλώνοντας ήρεμα μαρμελάδα σε μια φέτα ψωμί. Η φωνή του είχε την ίδια ψυχρή αδιαφορία που θα είχε αν σχολίαζε την πρωινή κίνηση στην Πάτρα. Δεν μπήκε καν στον κόπο να χαμηλώσει τον τόνο του, παρόλο που ο γιος τους καθόταν λίγα μέτρα πιο πέρα.
Η Μαρία έμεινε ακίνητη, σαν να είχε παγώσει ο χρόνος γύρω της.

Ήταν τριάντα εννέα χρονών και είχε περάσει δεκαπέντε χρόνια παντρεμένη με αυτόν τον άνθρωπο. Σχεδόν όλη της η ενήλικη ζωή είχε κυλήσει μέσα σε εκείνο το σπίτι: φρόντιζε το νοικοκυριό, στεκόταν δίπλα στον γιο της στα σχολικά του χρόνια, κρατούσε τους λογαριασμούς της οικογένειας σε τάξη, οργάνωνε τραπέζια και συγγενικές συγκεντρώσεις, και ανεχόταν τον Σπύρο να κοροϊδεύει τη μερική της απασχόληση σε μια εταιρεία ψηφιοποίησης εγγράφων, αποκαλώντας την «αστεία απασχόληση για να περνάει η ώρα».
Ο Σπύρος, αντίθετα, διοικούσε μια ιδιαίτερα επικερδή επιχείρηση μεταφορών και logistics. Τα χρήματα που έβγαζε ήταν πολλά, οδηγούσε ένα τεράστιο τζιπ που κόστιζε όσο ένα μικρό διαμέρισμα, και με τα χρόνια είχε πείσει τον εαυτό του πως όποιος πληρώνει τους λογαριασμούς έχει και το δικαίωμα να αποφασίζει για τις ζωές όλων.
— Μην το κάνουμε θέατρο, συνέχισε. Η Καμίλα είναι νέα, έχει φιλοδοξίες, με καταλαβαίνει. Εσύ απλώς δεν χωράς πια στη ζωή που θέλω να ζήσω. Μπορώ να σου καταθέτω κάθε μήνα ένα ποσό, έτσι ώστε να μη βρεθείς εντελώς στον δρόμο.
Η Μαρία γύρισε το βλέμμα της προς τον Αλέξανδρο, τον δεκαεξάχρονο γιο της.
Το παιδί κοιτούσε βουβό το φλιτζάνι με το κακάο του, χωρίς να κουνιέται.
Ο Σπύρος χαμογέλασε με αυτάρεσκη βεβαιότητα. Ερμήνευσε τη σιωπή της γυναίκας του ως πλήρη παράδοση.
— Και κάτι ακόμα, είπε. Ο Αλέξανδρος θα μείνει μαζί μου. Εδώ έχει το δωμάτιό του, τον υπολογιστή του, το σχολείο του είναι δίπλα. Όταν τακτοποιηθείς κάπου, μπορεί να σε βλέπει μερικά Σαββατοκύριακα.
Η Μαρία ήπιε μέχρι τέλους τον καφέ της, σηκώθηκε χωρίς βιασύνη, πήγε στο χολ και επέστρεψε κρατώντας την αρμαθιά με τα κλειδιά της.
Την άφησε στο κέντρο του τραπεζιού.
Ο Σπύρος έγειρε πίσω στην καρέκλα του, ικανοποιημένος.
— Χαίρομαι που, έστω και τώρα, φέρεσαι λογικά.
Η Μαρία τον κοίταξε κατάματα.
— Ο Αλέξανδρος θα έρθει μαζί μου.
Το χαμόγελό του χάθηκε ακαριαία.
— Τι είπες;
— Άκουσες πολύ καλά.
Ο Σπύρος γέλασε νευρικά, σαν να προσπαθούσε να ξαναπάρει τον έλεγχο.
— Για ρώτα τον πρώτα! Ο Αλέξανδρος δεν πρόκειται να θυσιάσει την άνεσή του για τον πληγωμένο σου εγωισμό.
Τότε το αγόρι σήκωσε αργά το κεφάλι. Έβαλε το χέρι στην τσάντα του, έβγαλε το κλειδί του σπιτιού και το ακούμπησε αθόρυβα δίπλα σε εκείνο της μητέρας του.
— Εγώ φεύγω με τη μαμά.
Το πρόσωπο του Σπύρου άσπρισε.
— Θα ανταλλάξεις όλα αυτά με κάποια φτηνή τρύπα;
Ο Αλέξανδρος σηκώθηκε από την καρέκλα.
— Όχι. Ανταλλάσσω αυτό το σπίτι με την ηρεμία μου.
Δύο ώρες αργότερα, μητέρα και γιος έκλειναν πίσω τους την πόρτα εκείνης της ζωής. Πήραν μαζί τους μόνο ρούχα, έγγραφα, βιβλία και λίγα προσωπικά αντικείμενα.
Το ίδιο κιόλας βράδυ εγκαταστάθηκαν σε ένα μικρό διαμέρισμα προς ενοικίαση. Ήταν λιτό, με φθαρμένα έπιπλα και μια κουζίνα τόσο μικρή που μετά βίας χωρούσαν δύο άνθρωποι. Κι όμως, μόλις η Μαρία έκλεισε την πόρτα, ένα ανεπαίσθητο χαμόγελο πέρασε από το πρόσωπο του Αλέξανδρου.
— Τουλάχιστον εδώ δεν μας αντιμετωπίζει κανείς σαν να έχουμε κολλημένη επάνω μας τιμή.
Την ίδια ώρα, η Καμίλα τακτοποιούσε ήδη τις ακριβές τσάντες της στο δωμάτιο-γκαρνταρόμπα του Σπύρου.
Εκείνος, όμως, σχεδόν δεν άκουγε τι του έλεγε.
Το μυαλό του γύριζε ξανά και ξανά στα δύο κλειδιά που είχαν μείνει εγκαταλειμμένα πάνω στο τραπέζι της κουζίνας.
Και στη σκέψη του πώς θα έκανε τη Μαρία και τον Αλέξανδρο να πληρώσουν που τόλμησαν να του αντισταθούν.
Αυτό που θα επιχειρούσε ο Σπύρος τις επόμενες ημέρες για να τους αναγκάσει να γυρίσουν γονατιστοί, η Μαρία δεν θα μπορούσε να το φανταστεί ούτε στους πιο σκοτεινούς της εφιάλτες.
ΜΕΡΟΣ 2
Τρεις μέρες αργότερα, ο Σπύρος περίμενε τον γιο του έξω από το λύκειο. Είχε παρκάρει το επιβλητικό του τζιπ ακριβώς μπροστά στην κεντρική είσοδο, σε σημείο που να το βλέπουν όλοι οι συμμαθητές του Αλέξανδρου.
— Μπες μέσα. Θα μιλήσουμε σαν άντρες.
Ο Αλέξανδρος μπήκε μόνο και μόνο για να μη δημιουργηθεί σκηνή μπροστά στους φίλους του.
Ο Σπύρος δεν έχασε χρόνο με εισαγωγές.
— Φτάνει πια με τις ηρωικές στάσεις. Η μάνα σου παίρνει ψίχουλα. Θέλεις στ’ αλήθεια να μετράς το κάθε ευρώ τρεις φορές πριν το ξοδέψεις; Γύρνα σπίτι και θα σου αγοράσω τον καλύτερο υπολογιστή που υπάρχει. Στα δεκαοχτώ σου θα σου πάρω αυτοκίνητο και θα πληρώσω όποιο ιδιωτικό πανεπιστήμιο διαλέξεις.
Ο Αλέξανδρος τον κοίταξε για αρκετή ώρα χωρίς να μιλήσει.
— Αυτό είναι όλο κι όλο που ξέρεις να κάνεις;
— Τι εννοείς;
— Να αγοράζεις πράγματα, ώστε οι άνθρωποι να χορεύουν στον ρυθμό που τους παίζεις.
Το σαγόνι του Σπύρου σφίχτηκε.
— Προσπαθώ να εξασφαλίσω το μέλλον σου!
— Όχι. Προσπαθείς να με εξαγοράσεις, επειδή δεν αντέχεις που διάλεξα τη μαμά.
Ο Αλέξανδρος άνοιξε την πόρτα του αυτοκινήτου. Πριν την κλείσει πίσω του, πρόσθεσε:
— Μπορεί να έχεις πολλά λεφτά, μπαμπά. Αυτό όμως δεν σημαίνει πως είμαστε ιδιοκτησία σου.
Η φράση αυτή χτύπησε τον Σπύρο εκεί όπου πονούσε περισσότερο.
Το επόμενο πρωί, η Μαρία κλήθηκε στο γραφείο του προϊσταμένου της. Ο άντρας απέφευγε να την κοιτάξει στα μάτια.
— Η θέση σας καταργείται.
— Για ποιον λόγο;
— Είναι απόφαση της εταιρείας. Λόγοι αναδιάρθρωσης.
Η Μαρία εργαζόταν εκεί τέσσερα χρόνια. Μόλις δύο εβδομάδες νωρίτερα, της είχαν υποσχεθεί ότι θα αύξαναν τις ώρες της. Δεν χρειάστηκε να ρωτήσει πολλά για να καταλάβει. Ο διευθύνων σύμβουλος ήταν στενός παιδικός φίλος του Σπύρου. Χωρίς να υψώσει τη φωνή, χωρίς να ζητήσει εξηγήσεις που ήξερε πως δεν θα έπαιρνε, μάζεψε τα πράγματά της και έφυγε.
Δύο μέρες μετά ήρθε το επόμενο χτύπημα. Αργά το βράδυ, ο ιδιοκτήτης του διαμερίσματος στάθηκε στην πόρτα της.
— Πρέπει να φύγετε μέσα σε τρεις μέρες. Θα πουλήσω το ακίνητο.
Η Μαρία ένιωσε σαν να άνοιξε το πάτωμα κάτω από τα πόδια της. Χωρίς δουλειά και με τις οικονομίες της να λιγοστεύουν επικίνδυνα, η αναζήτηση άλλου σπιτιού μέσα σε τόσο λίγο χρόνο έμοιαζε σχεδόν αδύνατη. Έμεινε μέχρι βαθιά τη νύχτα μπροστά στον υπολογιστή, ψάχνοντας αγγελίες για διαμερίσματα, όμως γρήγορα κατάλαβε ότι της έλειπε το πιο κρίσιμο χαρτί που ζητούσαν όλοι.
