— Μάζεψέ το αμέσως αυτό, στον διάδρομο στέκεται ο πεθερός σου με τους καλεσμένους! — Η Αθηνά Πετρού τράβηξε απότομα το μάλλινο σάλι από την πλάτη μου και έκανε να ξεκολλήσει τον τριών μηνών Ιωάννη Παπαδημητρίου από το στήθος μου.
— Είστε στα καλά σας; — άρπαξα τον καρπό της, νιώθοντας τα νύχια της πεθεράς μου να μου χαράζουν το δέρμα.
— Εσύ δεν είσαι στα καλά σου! Έχεις ξεσαλώσει τελείως! — σφύριξε εκείνη μέσα από τα δόντια της, ρίχνοντας ανήσυχες ματιές προς τη μισάνοιχτη πόρτα της κρεβατοκάμαρας.
Ο μικρός έχασε το στήθος, μουρμούρισε δυσαρεστημένος και αμέσως ξέσπασε σε δυνατό κλάμα. Στο μπλουζάκι μου απλώθηκε στη στιγμή ένας υγρός, κολλώδης λεκές.
— Κυρία Αθηνά Πετρού, βγείτε από το δωμάτιο, — είπα, ρίχνοντας ξανά το σάλι πάνω μου και σφίγγοντας τον γιο μου στην αγκαλιά.

— Τι ξεδιαντροπιά είναι αυτή, — έκανε εκείνη με αηδία, στραβώνοντας τα χείλη της καθώς κοιτούσε τον λεκέ. — Οι αξιοπρεπείς μητέρες τραβιούνται σε μια γωνιά και κρύβονται. Εσύ όμως απλώθηκες στη μέση του κρεβατιού σαν αγελάδα στο λιβάδι. Ίχνος ντροπής δεν έχεις.
Η πόρτα έτριξε και άνοιξε περισσότερο. Στο κατώφλι φάνηκε ο Θεόδωρος Αποστόλου. Κρατούσε στα χέρια του μια στοίβα καθαρά πιατάκια για την τούρτα.
— Θεόδωρε, κοίτα λίγο τη γυναίκα σου, — γύρισε αμέσως προς το μέρος του η μητέρα του. — Μπήκα να τη ρωτήσω πού να βάλω το λερωμένο τραπεζομάντιλο, κι αυτή εδώ τα έχει βγάλει όλα στη φόρα. Ας κλείδωνε τουλάχιστον την πόρτα!
— Δήμητρα, ε, έχει κι αυτή ένα δίκιο, — ο Θεόδωρος χαμήλωσε το βλέμμα και καρφώθηκε στα πιάτα. — Πηγαινοέρχεται ο πατέρας μου εκεί έξω, είναι και ο θείος Σπυρίδων Ξενάκης. Είναι κάπως άβολο.
— Ταΐζω τον γιο σου μέσα στη δική μας κρεβατοκάμαρα, — είπα αργά, προσπαθώντας να κρατήσω τη φωνή μου σταθερή. — Η πόρτα ήταν κλειστή. Η μητέρα σου μπήκε χωρίς να χτυπήσει.
— Στο σπίτι του γιου μου δεν είμαι υποχρεωμένη να χτυπάω πόρτες! — πέταξε κοφτά η Αθηνά Πετρού. — Και στο κάτω κάτω, οι φυσιολογικές γυναίκες έχουν περάσει πια στα μπιμπερό. Φτιάχνεις τη σκόνη, ούτε ακαταστασία ούτε ντροπές, και μπορεί να ταΐσει και ο πατέρας. Εσύ όμως το παίζεις θυσία. Έδεσες το αγόρι πάνω σου για να μη σηκώνεις ούτε δάχτυλο στο σπίτι!
— Βγείτε έξω, — επανέλαβα.
Ο Θεόδωρος αναστέναξε βαριά, άφησε τα πιάτα πάνω στη συρταριέρα και έπιασε τη μητέρα του από τον αγκώνα.
— Έλα, μαμά. Άφησέ την να τελειώσει το τάισμα.
Βγήκαν. Από τον διάδρομο άκουγα την πεθερά μου να παραπονιέται στον θείο Σπυρίδωνα Ξενάκη με έναν δυνατό, επιτηδευμένα ψιθυριστό τόνο, πως οι νέοι σήμερα έχουν χάσει κάθε αίσθηση ντροπής και μετατρέπουν τη μητρότητα σε κάτι ζωώδες.
Έσφιξα τον Ιωάννη Παπαδημητρίου πιο κοντά μου και ορκίστηκα από μέσα μου πως εκείνη δεν θα ξαναπατούσε ποτέ το πόδι της σε αυτή την κρεβατοκάμαρα.
Την Πέμπτη, ο Θεόδωρος γύρισε από τη δουλειά στις επτά και σαράντα το βράδυ. Έπλενα τα πιάτα, όταν ακούστηκε στον διάδρομο ένας δυνατός γδούπος· δύο τεράστιες σακούλες είχαν πέσει στο πάτωμα.
— Δήμητρα! — φώναξε ο άντρας μου. — Έλα να με βοηθήσεις να τα τακτοποιήσουμε, δεν έχω πλύνει ακόμα τα χέρια μου.
Σκούπισα τα χέρια μου στην πετσέτα της κουζίνας και βγήκα στο χολ. Από το σκισμένο πλαϊνό μιας πλαστικής σακούλας ξεπρόβαλλαν χοντρούτσικα μεταλλικά κουτιά.
— Τι είναι αυτά; — ρώτησα, κάθισα στις φτέρνες μου και τράβηξα ένα έξω.
Βρεφική φόρμουλα εισαγωγής, κατηγορίας premium. Με χρυσό περίγραμμα στην ετικέτα. Κοίταξα και μέσα στη δεύτερη σακούλα. Ήταν γεμάτη με τα ίδια ακριβώς κουτιά.
— Τα πήρε η μαμά, — είπε ο Θεόδωρος Αποστόλου, βγάζοντας τα αθλητικά του και ρουφώντας τη μύτη του. — Δεκαέξι κουτιά. Είπε ότι το γάλα σου δεν φτάνει για τον Ιωάννη.
— Δεν φτάνει σε ποιον; — σηκώθηκα απότομα. — Θεόδωρε, μόλις χθες πήγαμε στην παιδίατρο. Ο Ιωάννης πήρε εννιακόσια πενήντα γραμμάρια μέσα σε έναν μήνα. Παίρνει βάρος άψογα.
— Ε, η μαμά λέει ότι το παιδί δεν της φαίνεται και τόσο καλά.
