“Ξοδεύεις τα λεφτά του γιου μου σε ανοησίες, οπότε κάνε τον κόπο να δώσεις εξηγήσεις!” — φώναξε η πεθερά, παγώνοντας τη σιωπή γύρω από το τραπέζι

Υποκριτική ευτυχία πνίγει κάθε αληθινή ζεστασιά
Ιστορίες

— Δεν πρόκειται να κάνω πως δεν βλέπω! — Η Θεοδώρα Λεωνίδου χτύπησε την παλάμη της πάνω στο τραπεζομάντιλο. — Εσύ, παιδί μου, είσαι υπερβολικά καλός. Κι αυτή εδώ το παίζει κυρία της μόδας! Είδα στην είσοδο τις καινούριες χειμωνιάτικες μπότες σου, Δήμητρα. Γνήσιο δέρμα, χοντρή σόλα, φίνα δουλειά. Στο εμπορικό κέντρο κάτι τέτοια κοστίζουν όσο ο μισός μισθός ενός κανονικού ανθρώπου!

Η Δήμητρα έσπρωξε αργά το πιάτο της πιο πέρα. Ό,τι όρεξη της είχε απομείνει, χάθηκε μονομιάς.

— Σε ποιον λαιμό κάθομαι ακριβώς; — ρώτησε, καρφώνοντας τη μητέρα του άντρα της στα μάτια. — Δουλεύω.

— Την ξέρουμε τη δουλειά σου! — ξεφύσηξε περιφρονητικά η πεθερά της. — Κάθεσαι στο σπίτι με τις πιτζάμες μπροστά στο λάπτοπ και πατάς κουμπάκια. Βγάζεις κάτι ψίχουλα για τα καλλυντικά σου. Το στεγαστικό ποιος το κουβαλάει; Ο Δημήτριος! Οι λογαριασμοί ποιος τους πληρώνει; Πάλι εκείνος!

Η θεία Κυριακή, αναστατωμένη, άρχισε να μετακινεί άσκοπα τα μαχαιροπίρουνα, προσπαθώντας να μαλακώσει την ατμόσφαιρα.

— Θεοδώρα, άσ’ τα παιδιά να τα βρουν μεταξύ τους. Τα οικονομικά ενός σπιτιού είναι λεπτή υπόθεση. Σήμερα έχουμε την επέτειο του Ηρακλή, μαζευτήκαμε να περάσουμε όμορφα, κοίτα τι ωραίο κρέας έχει γίνει…

— Κυριακή, μη χώνεσαι! — την έκοψε απότομα η Θεοδώρα Λεωνίδου. — Είμαι μάνα και δικαιούμαι να ξέρω πού πάνε τα λεφτά της οικογένειας του γιου μου. Ξέρω πολύ καλά πόσο ακριβή έχει γίνει η ζωή. Κι εκείνη; Μια παραγγέλνει ψώνια απ’ έξω για να μη σηκώνει σακούλες, μια τρέχει στο κομμωτήριο να βάψει τη ρίζα.

Πήρε μια βαθιά ανάσα, ύστερα έπλεξε τα δάχτυλά της μπροστά στο στήθος.

— Αφού σκορπάς τα χρήματα του γιου μου σε ανοησίες, θα δώσεις λογαριασμό. Ένα προς ένα θα μας πεις πού εξαφανίζεις τον μισθό του άντρα σου!

Η Δήμητρα γύρισε το βλέμμα της προς τον σύζυγό της.

Ο Δημήτριος καθόταν με μια ολοκαίνουρια επώνυμη μπλούζα πόλο. Συνέχιζε να σέρνει το δάχτυλό του στην οθόνη, χαζεύοντας ειδήσεις, και με όλο του το ύφος δήλωνε πως όσα συνέβαιναν ήταν αποκλειστικά γυναικείες υπερβολές, ανάξιες της προσοχής του.

— Δημήτρη, — είπε η Δήμητρα στενεύοντας τα μάτια. — Δεν έχεις τίποτα να πεις στη μητέρα σου;

Εκείνος τίναξε νευρικά τον ώμο του.

— Δήμητρα, σε παρακαλώ, μην το αρχίζεις κι εσύ. Ήπιε λίγο κρασί η μαμά, τι θέλεις τώρα να το τραβήξουμε; Κάτσε κάτω και φάε σαν άνθρωπος.

— Δεν τραβάω τίποτα, — απάντησε εκείνη, ακουμπώντας την πλάτη της στον τοίχο. — Η μητέρα σου ζητάει οικονομική αναφορά. Εδώ, μπροστά σε όλους, αυτή τη στιγμή. Με κατηγορεί ότι σπαταλώ τον μισθό σου για τις ιδιοτροπίες μου.

— Και θα τη ζητήσω! — δήλωσε η Θεοδώρα Λεωνίδου, κοιτάζοντας θριαμβευτικά τους καλεσμένους που είχαν σωπάσει. — Γιατί ο γιος μου φαίνεται εξαντλημένος. Εσύ όμως λάμπεις ολόκληρη. Άρα ζεις από τον κόπο του και δεν σε νοιάζει τίποτα.

Η Δήμητρα έβαλε αργά το χέρι στην τσέπη της φόρμας της.

Έβγαλε το κινητό της. Πάτησε δυο φορές την οθόνη, χωρίς ούτε στιγμή να απομακρύνει το βλέμμα της από την πεθερά της.

— Η συζήτηση τελείωσε, — είπε ο Δημήτριος και προσπάθησε να σηκωθεί από την καρέκλα. Το πρόσωπό του είχε τραβηχτεί, ενώ οι μύες στα ζυγωματικά του πετάχτηκαν. — Μαμά, πάμε λίγο στο μπαλκόνι να πάρεις αέρα. Έχεις ζεσταθεί.

— Κάτσε κάτω! — διέταξε η Δήμητρα.

Η φωνή της αντήχησε κοφτή και παγωμένη.

Ψίθυροι Ζωής