“Δεν θα πας πουθενά και δεν πρόκειται να γίνεις καμία διευθύντρια. Το αποφάσισα εγώ” είπε ο Παύλος με αλαζονική βεβαιότητα — εκείνη άφησε το μαχαίρι στην ξύλινη επιφάνεια και απάντησε ήρεμα

Απαράδεκτη εξουσία που συνθλίβει ήσυχες ελπίδες.
Ιστορίες

— Δεν θα πας πουθενά και δεν πρόκειται να γίνεις καμία διευθύντρια. Το αποφάσισα εγώ. Αύριο θα πας και θα τους πεις ότι άλλαξες γνώμη.

Ο Παύλος στεκόταν στη μέση της κουζίνας μας σαν μπρούτζινο άγαλμα αφιερωμένο στην πατριαρχία. Τα χέρια σταυρωμένα στο στήθος, τα πόδια ανοιχτά, το πιγούνι σηκωμένο με υπερηφάνεια και στο βλέμμα του εκείνη η ακλόνητη βεβαιότητα ανθρώπου που μόλις απέτρεψε την πρόσκρουση μετεωρίτη στη Γη. Του έλειπε μόνο ένα περιστέρι στον ώμο για να ολοκληρωθεί η εικόνα του μνημείου, μα στην κουζίνα μας περιστέρια δεν υπήρχαν. Υπήρχε, όμως, ένας σύζυγος που, στα σαράντα οκτώ του, αποφάσισε ξαφνικά να παίξει τον ρυθμιστή των ξένων πεπρωμένων.

Άφησα προσεκτικά το μαχαίρι πάνω στην ξύλινη επιφάνεια κοπής. Η μισοκομμένη ντομάτα έσταζε τον χυμό της με θλιβερή εγκατάλειψη.

— Ενδιαφέρουσα ανακοίνωση για βράδυ Τρίτης, — είπα ήρεμα, σκουπίζοντας τα χέρια μου σε μια πετσέτα κουζίνας. — Ιδίως αν λάβουμε υπόψη ότι η απόφαση για τον διορισμό μου στη θέση της διευθύντριας του σούπερ μάρκετ έχει ήδη υπογραφεί και τα εισιτήρια για το εκπαιδευτικό σεμινάριο στη Θεσσαλονίκη βρίσκονται στην τσάντα μου. Θα ήθελα, λοιπόν, να μάθω τι προκάλεσε αυτή τη θεαματική ανατροπή στην καριέρα μου. Καταργήθηκε το χρήμα από την Τράπεζα της Ελλάδος; Ή μήπως η αλυσίδα μας περνάει στο ανταλλακτικό εμπόριο;

— Η Δήμητρα έμεινε χωρίς αυτοκίνητο, — ανακοίνωσε ο Παύλος με ύφος βαρύ, σαν να έκλεινε δικαστική υπόθεση.

Το είπε με τέτοιον τόνο, λες και στο άκουσμα του ονόματος της αδελφής του όφειλα να πέσω στα γόνατα, να ρίξω στάχτη στο κεφάλι μου και να μετανοήσω για το αμάρτημα της επαγγελματικής φιλοδοξίας.

Η Δήμητρα ήταν η μικρότερη αδελφή του Παύλου. Μια γυναίκα σαράντα τεσσάρων ετών, με λαβή από ατσάλι, θέση υποδιευθύντριας λογιστηρίου σε εταιρεία logistics και ιερή πεποίθηση πως ο κόσμος όλος λειτουργεί ως υπηρεσία εξυπηρέτησης των αναγκών της.

— Λυπάμαι πραγματικά, — απάντησα ειλικρινά, ακουμπώντας στον πάγκο. — Αλλά, δόξα τω Θεώ, οι συγκοινωνίες στην πόλη μας λειτουργούν. Τα λεωφορεία περνούν σύμφωνα με το πρόγραμμα και στο μετρό έχει ζέστη και δεν βρέχεσαι.

— Ποιο μετρό, Άννα; — Ο Παύλος τίναξε τα χέρια στον αέρα, διαλύοντας τη στάση του αγάλματος. — Είσαι στα καλά σου; Έχει ανοιχτόχρωμες σουέντ μπότες! Έχει χτένισμα! Το γραφείο της είναι στην άλλη άκρη της πόλης και πρέπει να αλλάξει δύο συγκοινωνίες. Ο κινητήρας της τα έφτυσε, το αμάξι θα μείνει στο συνεργείο τουλάχιστον έναν μήνα. Ήθελε να νοικιάσει προσωρινό αυτοκίνητο, αλλά της είπα πως αυτό είναι καθαρή σπατάλη. Της υποσχέθηκα ότι εσύ θα την πηγαίνεις στη δουλειά και θα την παίρνεις το βράδυ. Έτσι κι αλλιώς οδηγείς!

Έμεινα ακίνητη. Μέσα μου άρχισε να κοχλάζει αργά εκείνο το υπέροχο συναίσθημα που γεννιέται όταν έρχεσαι αντιμέτωπος με ανθρώπινο θράσος σε κρυστάλλινη, απολύτως αμόλυντη μορφή.

— Ας ξεκαθαρίσουμε λίγο τη διαδρομή, Παυλάκη, — είπα, γέρνοντας ελαφρά το κεφάλι και παρατηρώντας τον άντρα μου σαν κάποιο σπάνιο βιολογικό είδος. — Το δικό μου κατάστημα απέχει δέκα λεπτά με το αυτοκίνητο από το σπίτι μας. Το γραφείο της αδελφής σου βρίσκεται στην άλλη πλευρά της πόλης, μετά τη γέφυρα, εκεί όπου κάθε πρωί η κίνηση παγώνει εντελώς. Για να παραδώσω τη Δήμητρα στις εννέα, θα πρέπει να φύγω από εδώ στις επτά, να κάνω κύκλο σαράντα χιλιομέτρων μέσα στα μποτιλιαρίσματα και ύστερα να σύρομαι άλλα τόσα μέχρι τη δική μου δουλειά. Και το απόγευμα πάλι τα ίδια.

— Ε, και λοιπόν; Θα σηκώνεσαι πιο νωρίς. Εσύ είσαι γυναίκα, σας κάνει καλό να ξυπνάτε νωρίς, φρεσκάρει και το πρόσωπο, — είπε αδιάφορα, σαν να μην μου πρότεινε να πετάω τρεις ώρες από τη ζωή μου κάθε μέρα, αλλά απλώς να αλλάξω κανάλι στην τηλεόραση. — Και από τη διευθυντική θέση θα παραιτηθείς. Με τέτοιο πρόγραμμα δεν θα μπορείς να μεταφέρεις τη Δήμητρα. Η οικογένεια είναι πιο σημαντική από τις φιλοδοξίες σου! Εγώ είμαι άντρας και έδωσα τον λόγο μου στην αδελφή μου.

— Παύλο, προτού μοιράζεις αντρικούς λόγους δεξιά κι αριστερά, σκέφτηκες ποτέ να χρησιμοποιήσεις έστω τις στοιχειώδεις γνώσεις οικονομίας; — τον ρώτησα, κοιτώντας τον με απολύτως ειλικρινή περιέργεια.

— Τι πράγμα; Ποια οικονομία πάλι; — συνοφρυώθηκε, διαισθανόμενος παγίδα, χωρίς όμως να καταλαβαίνει από ποια πλευρά θα του ερχόταν.

— Την απλή, καθημερινή οικονομία, — απάντησα και άρχισα να μετράω στα δάχτυλα. — Υπάρχει ένας ωραιότατος όρος: «κόστος ευκαιρίας». Είναι το κέρδος που χάνεις όταν επιλέγεις κάτι αντί για κάτι άλλο. Η αύξηση στον μισθό μου ως διευθύντρια θα είναι περίπου τετρακόσια ευρώ καθαρά. Συν το τριμηνιαίο μπόνους. Τώρα ας υπολογίσουμε τις υποσχέσεις σου: καύσιμα για ογδόντα χιλιόμετρα την ημέρα μέσα στην κίνηση, μαζί με τη φθορά του αυτοκινήτου — τακάκια, λάδια, λάστιχα. Άλλα εκατόν πενήντα ευρώ τον μήνα, τουλάχιστον. Σύνολο, η συγγενική σου μεγαλοψυχία θα κοστίσει στον οικογενειακό μας προϋπολογισμό γύρω στα πεντακόσια πενήντα ευρώ. Χωρίς να βάζω μέσα τον δικό μου χαμένο χρόνο. Πες μου λοιπόν, γενναιόδωρε άνθρωπέ μας, είσαι διατεθειμένος να καλύψεις αυτό το ποσό από τα δικά σου μεροκάματα ως τεχνικός κουφωμάτων;

Ο Παύλος κοκκίνισε μέχρι τα αυτιά. Οι ακριβείς αριθμοί δεν του άρεσαν ποτέ· πάντοτε του χαλούσαν τη χαρά να εμφανίζεται ως μεγάλη καρδιά με ξένα έξοδα.

— Εσύ όλα με λεφτά τα μετράς! — γρύλισε, κάνοντας ένα βήμα προς το μέρος μου και σκύβοντας από πάνω μου. — Μιλάμε για την αδελφή μου! Ίδιο αίμα! Πρέπει να βοηθάμε!

— Βοηθάμε όταν κάποιος καίγεται, πνίγεται ή αρρωσταίνει, — είπα, προφέροντας μία μία τις λέξεις. — Το να χρηματοδοτούμε όμως την άνεση ενός άλλου εις βάρος της δικής μου καριέρας δεν λέγεται βοήθεια. Λέγεται φιλανθρωπία. Και ξέρεις κάτι; Θαυμάσια. Ο λόγος ενός άντρα είναι ιερός. Αφού υποσχέθηκες στη Δήμητρα προσωπικό οδηγό, τότε εσύ θα της τον εξασφαλίσεις.

— Δηλαδή; — ανοιγόκλεισε τα μάτια ο Παύλος.

— Θα πηγαινοφέρνεις εσύ τη Δήμητρα, — του είπα με το πιο φωτεινό μου χαμόγελο. — Με το επαγγελματικό σου βαν.

— Τρελάθηκες εντελώς; — πετάχτηκε ο άντρας μου, σχεδόν αναπηδώντας στη θέση του. — Έχω παραγγελίες που τρέχουν! Χάνω πενήντα με εβδομήντα ευρώ τη μέρα αν γυρνάω άσκοπα στους δρόμους! Κι εκτός αυτού, πίσω έχω εργαλεία, ενώ στην καμπίνα μυρίζει αφρός πολυουρεθάνης και διαλυτικό.

Ψίθυροι Ζωής