— «Με το μπόνους σου θα πάρουμε κινητά για τα παιδιά της αδελφής μου», είπε ο άντρας μου γεμάτος ενθουσιασμό. Κι εγώ, έξαλλη πια, αποκάλυψα το ντροπιαστικό μυστικό της κουνιάδας μου.
Το μπόνους ήρθε εντελώς απρόσμενα. Πριν ακόμη προλάβω να πάω για μεσημεριανό, ο προϊστάμενος με κάλεσε στο γραφείο του και μου έδωσε έναν φάκελο, χαμογελώντας με εκείνο το ύφος ανθρώπου που μόλις έχει κάνει μια καλή πράξη. Στην αρχή δεν κατάλαβα καν τον λόγο. Ήταν για το ετήσιο πλάνο που είχα ξεπεράσει κατά είκοσι τοις εκατό; Ή απλώς επειδή πλησίαζαν οι γιορτές και όλοι είχαν μαλακώσει λίγο; Όταν όμως κλείστηκα στην τουαλέτα, άνοιξα τον φάκελο και μέτρησα τα χαρτονομίσματα, η καρδιά μου πήγε να πεταχτεί από τη χαρά: οκτακόσια ευρώ.
Άρχισα αμέσως να τα μοιράζω με το μυαλό μου. Διακόσια θα τα έβαζα στην άκρη για τις καλοκαιρινές διακοπές. Τριακόσια θα πήγαιναν για έναν καινούργιο καναπέ στο σαλόνι, γιατί ο δικός μας είχε πια βουλιάξει εντελώς. Άλλα εκατό θα έμεναν ως μικρό απόθεμα για ώρα ανάγκης. Και με ό,τι απέμενε θα αγόραζα, επιτέλους, ένα σωστό χειμωνιάτικο παλτό. Όχι κάτι φτηνό και πρόχειρο, αλλά ένα καλό κομμάτι που θα μπορούσα να φοράω για χρόνια. Ή ίσως μπότες. Καλές μπότες, επιτέλους.
Γύρισα στο σπίτι σχεδόν πετώντας. Ο Δημήτρης ήταν στην κουζίνα και ανακάτευε κάτι στην κατσαρόλα. Είχε αναλάβει να φτιάξει το βραδινό, επειδή εγώ είχα μείνει περισσότερο στη δουλειά. Δεν ήταν κανένας σπουδαίος μάγειρας, αλλά προσπαθούσε, κι αυτό το εκτιμούσα.
— Έχω νέα, του είπα, κρεμώντας το παλτό μου.

— Κι εγώ, απάντησε χωρίς να γυρίσει. Πες πρώτη.
— Πήρα μπόνους. Οκτακόσια ευρώ.
Γύρισε τότε προς το μέρος μου και στο πρόσωπό του φάνηκε μια έκφραση που δεν μου άρεσε καθόλου. Δεν ήταν καθαρή χαρά. Ούτε περηφάνια. Έμοιαζε περισσότερο με υπολογισμό.
— Αλήθεια; Μπράβο! είπε, άφησε την κουτάλα στην άκρη, ήρθε κοντά μου και με αγκάλιασε. Είσαι φοβερή, αγάπη μου.
Ακούμπησα πάνω του, αλλά εκείνο το περίεργο σφίξιμο δεν έφυγε. Κάτι στον τόνο του με έκανε να ανησυχήσω.
— Τώρα η σειρά σου, είπα. Ποια είναι τα δικά σου νέα;
Ο Δημήτρης με άφησε και έξυσε αμήχανα τον αυχένα του.
— Ε… μίλησα με τη Δανάη. Μου ζήτησε… δηλαδή, ξέρεις, έρχονται οι γιορτές και τα παιδιά έχουν χάλια κινητά. Του Αλέξανδρου έχει σπάσει η οθόνη, της Ιωάννας είναι αρχαίο, κολλάει συνέχεια. Η Δανάη λέει πως στο σχολείο όλοι έχουν κανονικά κινητά, μόνο τα δικά της…
Ένιωσα ένα κρύο κύμα να ανεβαίνει στη ράχη μου.
— Και λοιπόν;
— Ε, μας ζήτησε να βοηθήσουμε. Ξέρεις πόσο δύσκολα είναι γι’ αυτήν μετά το διαζύγιο. Ο Μιχαήλ δίνει ψίχουλα για διατροφή και ο μισθός της είναι μικρός…
— Ποιος μισθός; τον έκοψα. Δουλεύει καθόλου;
— Ε… όχι ακριβώς. Κάνει κάτι προσωρινό… δηλαδή ψάχνει, απλώς δεν έχει βρει ακόμη κάτι κατάλληλο. Με τα παιδιά είναι δύσκολο. Χρειάζεται ευέλικτο ωράριο…
Πήρα βαθιά ανάσα και μέτρησα μέσα μου ως το δέκα. Η Δανάη «έψαχνε δουλειά» εδώ και οκτώ μήνες. Οκτώ ολόκληρους μήνες, στη διάρκεια των οποίων απευθυνόταν συστηματικά στον αδελφό της για βοήθεια. Μία φορά για τους λογαριασμούς, άλλη για ρούχα των παιδιών, άλλη για τρόφιμα. Στην αρχή ήταν μικροποσά: τριάντα ευρώ εδώ, πενήντα εκεί. Ύστερα όμως τα ποσά άρχισαν να μεγαλώνουν.
— Δημήτρη, πόσα της έχουμε δώσει συνολικά όλους αυτούς τους μήνες;
Εκείνος γύρισε πάλι προς την κουζίνα.
— Δεν τα έχω μετρήσει…
— Εγώ τα έχω. Χίλια διακόσια εβδομήντα ευρώ. Μέσα σε οκτώ μήνες.
— Ειρήνη, είναι η αδελφή μου…
— Ναι, η Δανάη είναι αδελφή σου. Αλλά είναι πράγματι τόσο αβοήθητη; Ο Μιχαήλ δεν την πέταξε στον δρόμο, είπα κοφτά. Χώρισαν. Συναινετικά. Και διατροφή πληρώνει, μικρή μεν, αλλά πληρώνει. Κανείς επίσης δεν την ανάγκασε, πριν από το διαζύγιο, να χάσει την κανονική της δουλειά.
— Δεν την έχασε έτσι. Έγιναν περικοπές…
— Δημήτρη, πλησίασα ώστε να με κοιτάξει στα μάτια, την απέλυσαν επειδή έλειπε αδικαιολόγητα. Η ίδια μου το είπε τον Σεπτέμβριο, τότε που είχε πιει στα γενέθλιά σου. Θυμάσαι που έκλαιγε στο μπάνιο; Τα ξεφούρνισε όλα.
Ο Δημήτρης κατάπιε δύσκολα.
— Εντάξει… συμβαίνουν αυτά. Ήταν πιεσμένη. Διαζύγιο, άγχος, δεν το άντεξε καλά…
— Συμβαίνουν, συμφώνησα. Αλλά γιατί πρέπει να τα πληρώνουμε εμείς; Γιατί τον Οκτώβριο το δικό σου μπόνους πήγε για τη δική της δόση δανείου; Γιατί τον Νοέμβριο ο μισός δικός μου μισθός ξοδεύτηκε στα ιδιαίτερα του Αλέξανδρου, ενώ η Δανάη ορκιζόταν πως ήταν «η τελευταία φορά»;
— Ειρήνη, μιλάμε για παιδιά…
— Για παιδιά που έχει υποχρέωση να φροντίζει η μητέρα τους! Η φωνή μου ανέβηκε και αναγκάστηκα να τη συγκρατήσω. Άκουσέ με. Δεν είμαι άκαρδη. Καταλαβαίνω ότι περνάει δύσκολα. Όμως εκείνη δεν κάνει ούτε μια πραγματική προσπάθεια. Κάθεται στο σπίτι, χαζεύει στα κοινωνικά δίκτυα και, όταν σφίγγουν τα πράγματα, σε παίρνει κλαίγοντας για να σου πει πως όλα είναι τραγικά. Κι εσύ τρέχεις κάθε φορά να τη σώσεις, λες κι είναι ανήμπορη.
