«Με έβγαλε έξω!» φώναξε η Δέσποινα, όρθια στο πλατύσκαλο με τις τσάντες της

Απάνθρωπη αδικία που συγκλονίζει και εξοργίζει βαθιά.
Ιστορίες

— Κώστα, μίλησε επιτέλους στη γυναίκα σου! Τι νομίζει πως κάνει; Με πέταξε έξω!

Ο Κωνσταντίνος καθόταν στο γραφείο του και τακτοποιούσε συμβόλαια, όταν το κινητό του άρχισε να ουρλιάζει σχεδόν μαζί με τη φωνή στην άλλη άκρη της γραμμής.

— Κώστα, πες κάτι στη γυναίκα σου! Με έβγαλε στον δρόμο! Ποια νομίζει ότι είναι;

Η φωνή της αδελφής του, της Δέσποινας, έτρεμε από αγανάκτηση και κλάματα. Ο Κωνσταντίνος έσπρωξε στην άκρη τους φακέλους και ένιωσε τον γνώριμο πόνο να χτυπά στους κροτάφους του.

— Δέσποινα, ηρέμησε πρώτα. Τι έγινε;

— Τι έγινε; — η φωνή της ανέβηκε απότομα. — Η γυναίκα σου… αυτή… πέταξε όλα μου τα πράγματα στο κλιμακοστάσιο! Τα άρπαξε και τα ξεφορτώθηκε σαν να ήταν σκουπίδια! Στέκομαι τώρα στο πλατύσκαλο με τις τσάντες μου, και οι γείτονες με κοιτάζουν λες και είμαι… λες και δεν έχω σπίτι! Κώστα, το καταλαβαίνεις; Με εξευτέλισε μπροστά σε όλους!

Ο Κωνσταντίνος έκλεισε τα μάτια και πίεσε με τα δάχτυλα τη ράχη της μύτης του. Τις τελευταίες δύο εβδομάδες καταλάβαινε πως στο σπίτι κάτι δεν πήγαινε καλά. Η Αννα είχε γίνει σιωπηλή, νευρική, σαν να κρατούσε μέσα της κάτι έτοιμο να εκραγεί. Η Δέσποινα, πάλι… η Δέσποινα φερόταν σαν να είχε εγκατασταθεί σε πεντάστερο ξενοδοχείο με πλήρη εξυπηρέτηση.

— Και τι είχε προηγηθεί; — ρώτησε προσεκτικά.

— Τίποτα! Απολύτως τίποτα! — πνίγηκε εκείνη. — Ζούσα απλώς εκεί, διάβαζα για τις εξετάσεις μου, δεν πείραζα κανέναν. Και το πρωί μπουκάρει στο δωμάτιό μου… δηλαδή στο ξενώνα, και αρχίζει να φωνάζει ότι πρέπει να φύγω! Της είπα πως ήρθα στον αδελφό μου, πως κι αυτό είναι δικό σου σπίτι, κι εκείνη… εκείνη άρχισε να στριμώχνει τα ρούχα μου σε τσάντες! Κώστα, ούτε να μαζέψω σωστά δεν με άφησε! Με έσπρωξε έξω μαζί με τα πράγματά μου!

Μέσα του η οργή άρχισε να βράζει. Πώς τόλμησε η Αννα; Η Δέσποινα ήταν αδελφή του, σχεδόν παιδί ακόμη, είχε έρθει για να δώσει εισαγωγικές εξετάσεις στο πανεπιστήμιο, και την αντιμετώπισαν έτσι; Μέσα στο σπίτι του;

— Έχασε τελείως το μυαλό της; — του ξέφυγε. — Πού είσαι τώρα;

— Στην πολυκατοικία! Με τρεις τσάντες! Κώστα, δεν έχω πού να πάω! Μεθαύριο γράφω, πρέπει να διαβάσω, κι εγώ τώρα…

— Μείνε εκεί. Θα το κανονίσω αμέσως, — είπε κοφτά ο Κωνσταντίνος και, πριν ακούσει μέχρι τέλους τους λυγμούς της, έκλεισε τη γραμμή.

Τα δάχτυλά του έτρεμαν όταν κάλεσε τη γυναίκα του. Το σήμα αναμονής τού φάνηκε ατελείωτο.

— Ναι; — ακούστηκε η Αννα, με φωνή επίπεδη, υπερβολικά ήρεμη.

— Αννα, τι συμβαίνει εκεί πέρα; — ξέσπασε ο Κωνσταντίνος, χωρίς να μπορεί πια να συγκρατηθεί. — Μπορείς να μου εξηγήσεις γιατί η αδελφή μου στέκεται στο κλιμακοστάσιο με τις βαλίτσες της;

Έπεσε παύση. Άκουγε μόνο την ανάσα της, σταθερή και ελεγχόμενη.

— Επειδή της ζήτησα να φύγει κι εκείνη αρνήθηκε, — απάντησε με την ίδια ψυχραιμία. — Οπότε τη βοήθησα να μετακομίσει.

— Με κοροϊδεύεις; — η φωνή του Κωνσταντίνου υψώθηκε. Μερικοί συνάδελφοι γύρισαν προς το μέρος του· εκείνος στράφηκε επιδεικτικά προς το παράθυρο και χαμήλωσε τον τόνο σε ένα θυμωμένο σφύριγμα. — Είναι η αδελφή μου! Ένα κορίτσι δεκαεννιά χρονών, που ήρθε για εξετάσεις! Την πέταξες έξω σαν να ήταν η τελευταία…

— Κωνσταντίνε, καλύτερα να μην ολοκληρώσεις αυτή τη φράση, — τον έκοψε η Αννα, κι η φωνή της πάγωσε. — Μη μου πεις κάτι που μετά θα το μετανιώσεις.

— Εγώ θα το μετανιώσω; — σχεδόν πνιγόταν από την αγανάκτηση. — Εσύ έδιωξες την αδελφή μου! Ένα παιδί! Καταλαβαίνεις τι έκανες;

— Παιδί, — επανέλαβε η Αννα, και στον τόνο της εμφανίστηκε κάτι επικίνδυνα κοφτερό. — Ένα «παιδί» που μέσα σε δύο εβδομάδες δεν έπλυνε ούτε ένα πιάτο δικό του. Ένα «παιδί» που έκανε μαζώξεις στο σπίτι μας όσο εμείς δουλεύαμε. Ένα «παιδί» που φόρεσε χωρίς άδεια το καινούργιο μου φόρεμα και το λέρωσε με κόκκινο κρασί. Ένα «παιδί» που σήμερα το πρωί μου ανακοίνωσε πως δεν πάει πουθενά, επειδή «εδώ μένει ο αδελφός της».

— Και λοιπόν; — την έκοψε ο Κωνσταντίνος. — Εδώ μένει πράγματι ο αδελφός της! Είναι και δικό μου σπίτι, ή μήπως το ξέχασες;

— Όχι, Κωνσταντίνε, — είπε η Αννα πιο χαμηλά, κι ακριβώς γι’ αυτό ακούστηκε ακόμη πιο απειλητική. — Αυτό είναι το δικό μου σπίτι. Το δικό μου διαμέρισμα, που το αγόρασα με τα δικά μου χρήματα τρία χρόνια πριν σε παντρευτώ. Εσύ μένεις εδώ επειδή είσαι ο άντρας μου. Η αδελφή σου έμεινε εδώ επειδή με παρακαλούσες δύο εβδομάδες κι εγώ δέχτηκα. Προσωρινά. Μόνο για την περίοδο των εξετάσεων.

— Και τι έγινε που είναι δικό σου το διαμέρισμα; — γρύλισε εκείνος, νιώθοντας το έδαφος να φεύγει κάτω από τα πόδια του, αλλά μη θέλοντας να το παραδεχτεί. — Οικογένεια είμαστε! Ή για σένα αυτό δεν σημαίνει τίποτα;

Η Αννα δεν απάντησε αμέσως· πήρε μια αργή ανάσα, σαν να διάλεγε προσεκτικά τις λέξεις με τις οποίες θα συνέχιζε.

Ψίθυροι Ζωής