— Οι υπολογισμοί; Βαρετή αγγαρεία είναι. Αυτά τα κάνει και ο τελευταίος λογιστής. Εγώ, αντίθετα, χτίζω εικόνα, κύρος, βιτρίνα! Ο μπαμπάς έχει απόλυτο δίκιο: εσύ ανήκεις στο τεχνικό κομμάτι. Χρήσιμη, αξιόπιστη, αλλά… όχι για παραπάνω. Και με το λεωφορείο να φύγεις, δεν θα πάθεις τίποτα. Δεν θα σου πέσει το στέμμα.
— Ακριβώς! — ο πατέρας μου χτύπησε την παλάμη του στο τραπέζι τόσο δυνατά, που τα πιάτα αναπήδησαν. — Φτάνει πια με τη ζήλια σου για την αδελφή σου. Στα είκοσι τρία της, η Ελέκτρα καταλαβαίνει από μάρκετινγκ περισσότερα απ’ όσα εσύ με όλα σου τα σχέδια και τα μέτρα. Τα χρήματα στο ταμείο τα φέρνει η διαφήμιση, όχι το πώς πλανίζεις σανίδες εκεί μέσα. Τελείωσε η κουβέντα. Πάρε λεφτά για ταξί και πήγαινε σπίτι σου. Αύριο στις οκτώ το πρωί φεύγει η πρώτη παρτίδα για το ξενοδοχείο. Μην αργήσεις, γιατί τα πρόστιμα θα τα φορτωθείς εσύ.
Σηκώθηκα αργά. Κρατούσα την πλάτη μου ίσια, παρόλο που μέσα στο στήθος μου κάτι είχε δεθεί κόμπος. Τα χρήματα που ήταν πεταμένα πάνω στο τραπέζι δεν τα άγγιξα καν. Άνοιξα μόνο την τσάντα μου και έβγαλα μια βαριά αρμαθιά κλειδιά.
— Καμία αποστολή δεν θα γίνει, Κωνσταντίνε.
— Και γιατί παρακαλώ; — μισόκλεισε τα μάτια του ο πατέρας μου, και το βλέμμα του σκλήρυνε σαν ατσάλι.
— Επειδή παραιτούμαι. Αυτή τη στιγμή.
Κάποιος στην αίθουσα πνίγηκε με το κρασί του. Η μητέρα μου έβγαλε μια πνιχτή κραυγή και έφερε το χέρι στην καρδιά της.
— Έχεις χάσει τελείως τα λογικά σου; — σηκώθηκε αργά εκείνος, υψώνοντας το σώμα του από πάνω μου. — Πού νομίζεις ότι θα πας; Έχουμε συμβόλαιο!
— Το συμβόλαιο το έχεις εσύ. Εγώ έχω τα κλειδιά του χρηματοκιβωτίου, τους κωδικούς της βάσης προμηθειών και, το σημαντικότερο, τις συμφωνίες με τους τεχνίτες. Τα κλειδιά τα αφήνω εδώ. Και το εταιρικό κινητό επίσης.
Άφησα την αρμαθιά πάνω στο τραπεζομάντιλο, δίπλα στο βρεγμένο χαρτονόμισμα. Αμέσως μετά ακούμπησα εκεί και το λεπτό μαύρο τηλέφωνο.
— Πάρε πίσω και το υπηρεσιακό αυτοκίνητο, — πρόσθεσα. — Είναι στο πάρκινγκ. Τα κλειδιά βρίσκονται στη μίζα.
— Άντε χάσου! — ξέσπασε ξαφνικά ο πατέρας μου, κατακόκκινος από την οργή. — Νομίζεις πως θα σε παρακαλέσω; Αύριο κιόλας θα βρω δέκα σαν κι εσένα! Τράβα όπου θέλεις! Να μη δω ούτε τη σκιά σου αύριο στο «Μέγαρο της Πόλης»! Θα δούμε σε μια εβδομάδα πώς θα σέρνεσαι πίσω ζητώντας προκαταβολή!
Δεν του αποκρίθηκα. Γύρισα απλώς την πλάτη και κατευθύνθηκα προς την έξοδο. Πίσω μου άκουσα την Ελέκτρα να λέει δυνατά: «Καλύτερα έτσι. Θα προσλάβουμε έναν κανονικό διευθυντή, με γούστο και στυλ, όχι αυτή τη λέρα».
Έξω έπεφτε μια παγωμένη, άγρια βροχή. Περπατούσα πάνω στην άσφαλτο με τα λεπτά μου παπούτσια, και το νερό μούσκεψε αμέσως το ύφασμα. Όμως δεν ένιωθα το κρύο.
