Ένα τσαλακωμένο χαρτονόμισμα των είκοσι ευρώ γλίστρησε αργά πάνω στο τραπεζομάντιλο και σταμάτησε μέσα σε μια μικρή λιμνούλα από χυμένο χυμό. Το χαρτί ρούφηξε αμέσως το υγρό, σκοτείνιασε και έμοιασε με βρόμικο πανί.
— Πάρ’ το, πάρ’ το, — βρόντηξε πάνω από το τραπέζι η φωνή του πατέρα μου, του Κωνσταντίνου Νικολάου, σκεπάζοντας ακόμη και το κουδούνισμα των κρυστάλλινων ποτηριών. — Για ταξί σου φτάνουν. Το αυτοκίνητο το χρειάζεται περισσότερο η Ελέκτρα. Εκείνη έχει παρουσία, είναι το πρόσωπο της εταιρείας «Αρχοντικό Κέντρο». Εσύ πάλι… εσύ δεν αξίζεις και τίποτα παραπάνω.
Στην αίθουσα δεξιώσεων του ακριβού εστιατορίου απλώθηκε για μια στιγμή τέτοια σιωπή, που ακουγόταν από την κουζίνα το χτύπημα των πιάτων. Συγγενείς, προμηθευτές, μεγάλοι πελάτες· όλοι πάγωσαν με τα πιρούνια μετέωρα στα χέρια. Η μητέρα μου ίσιωνε νευρικά την πετσέτα της, αποφεύγοντας πεισματικά να συναντήσει το βλέμμα μου. Η Ελέκτρα, η μικρότερη αδελφή μου, στριφογύριζε επιδεικτικά στο δάχτυλό της ένα σετ κλειδιών με δερμάτινο μπρελόκ: τα κλειδιά του κατάλευκου τζιπ που μόλις της είχε χαρίσει ο πατέρας μπροστά σε όλους, τάχα «για την ανεκτίμητη συμβολή της στην ανάπτυξη της μάρκας».
Χαμήλωσα τα μάτια στα χέρια μου. Κάτω από τα νύχια, παρ’ όλες τις προσπάθειές μου να τα καθαρίσω πριν από το δείπνο, είχε μείνει μια λεπτή, σκούρα γραμμή από σκόνη ξύλου. Οι παλάμες μου ήταν ξερές, άγριες, σημαδεμένες από τη συνεχή επαφή με βερνίκια και καπλαμάδες. Δέκα χρόνια. Δέκα ολόκληρα χρόνια τα πέρασα μέσα στα εργαστήρια, αναπνέοντας ροκανίδι, μαλώνοντας με φορτωτές και μετρώντας μέχρι και την τελευταία βίδα.
Όταν ο πατέρας ξεκινούσε, δεν είχε τίποτε άλλο παρά ένα παλιό γκαράζ και δυο μισοχαλασμένα μηχανήματα. Εγώ ήμουν εκείνη που βρήκε τους άξιους επιπλοποιούς, τους ανθρώπους που μέχρι σήμερα κρατούσαν όρθια την παραγωγή. Εγώ ήμουν που, πριν από τρεις μήνες, έμενα στο γραφείο ως τις δύο τα ξημερώματα για να ετοιμάσω τον φάκελο του διαγωνισμού για την επίπλωση ενός καινούργιου ξενοδοχειακού συγκροτήματος.

Και η Ελέκτρα; Η Ελέκτρα πριν από δύο εβδομάδες είχε απλώς τελειώσει ένα σεμινάριο με τίτλο «Προσωπικό brand στην παραμικρή λεπτομέρεια». Η δική της προσφορά ήταν πως έβαψε τους τοίχους της υποδοχής σε «πουδρέ ροζ» και παρήγγειλε νέες επαγγελματικές κάρτες, με γράμματα τόσο μικροσκοπικά που δεν διαβάζονταν χωρίς μεγεθυντικό φακό.
— Μπαμπά, — είπα, παλεύοντας να κρατήσω τη φωνή μου σταθερή. — Καταλαβαίνεις ότι τον διαγωνισμό τον κέρδισα εγώ, έτσι; Ότι τις προδιαγραφές για τα είδη ξύλου, τους υπολογισμούς της υγρασίας και όλη την εφοδιαστική αλυσίδα τα έγραψα εγώ, όχι η Ελέκτρα;
— Αχ, Αθηνά, μη μας αρχίζεις πάλι το ίδιο τροπάριο! — αναστέναξε η Ελέκτρα, γουρλώνοντας τα μάτια και φτιάχνοντας το διαμαντένιο σκουλαρίκι της.
