— Η μητέρα μου γύρισε κουρασμένη από τη βόλτα. Πάρε τον γιο σου από εδώ, να μη φασαριάζει! — είπε κοφτά ο Κώστας και έκλεισε με δύναμη την πόρτα του σαλονιού μπροστά στο πρόσωπο του οκτάχρονου Πέτρου.
Το παιδί έμεινε ακίνητο στη μέση του διαδρόμου. Κρατούσε σφιχτά ένα κουτί με τουβλάκια, γαλάζιο, με ένα πυροσβεστικό όχημα ζωγραφισμένο στο καπάκι. Το είχε συναρμολογήσει μόνος του, χωρίς καμία βοήθεια, και από το πρωί περίμενε την κατάλληλη στιγμή για να το δείξει στη γιαγιά.
Η Μαρίνα στεκόταν πλάι στον τοίχο και κοιτούσε τον γιο της. Ο Πέτρος δεν έβαλε τα κλάματα. Μονάχα χαμήλωσε αργά το βλέμμα, γύρισε από την άλλη και απομακρύνθηκε σιωπηλός προς την κουζίνα.
Κάτι μέσα της σφίχτηκε απότομα. Το παιδί της, μέσα στο ίδιο του το σπίτι, αντιμετωπιζόταν σαν ξένος. Κι εκείνη, για πολύ περισσότερο απ’ όσο έπρεπε, προσποιούνταν πως δεν το έβλεπε.
Η Μαρίνα ήταν τριάντα έξι χρονών. Μικροκαμωμένη, με σκούρα μαλλιά που σχεδόν πάντα τα μάζευε σε αλογοουρά, εργαζόταν ως υπεύθυνη προμηθειών σε μια μικρή εμπορική εταιρεία χονδρικής. Οι συνάδελφοί της την ήξεραν ως ήρεμη, μετρημένη γυναίκα, που δύσκολα έχανε την ψυχραιμία της. Και στο σπίτι προσπαθούσε να κρατά την ίδια στάση.

Ύστερα από το διαζύγιο με τον πρώτο της άντρα, έζησε αρκετά χρόνια μόνη με τον Πέτρο. Το τριάρι τους, σε μια ήσυχη γειτονιά, της φαινόταν τότε σαν αληθινό καταφύγιο: φωτεινό, άνετο, δικό τους. Τα πρωινά ο μικρός ορμούσε στο δωμάτιό της φωνάζοντας «μαμά, είναι έτοιμο το πρωινό;», κι εκείνη γελούσε πριν καλά καλά ανοίξει τα μάτια της. Είχαν δεθεί με εκείνον τον χώρο, με τη μυρωδιά του, με την ησυχία και την ανάσα του.
Τον Κώστα τον γνώρισε τυχαία, στο σπίτι μιας κοινής γνωστής. Ήταν λίγο μεγαλύτερός της, πράος, μιλούσε χαμηλόφωνα και είχε την παράξενη συνήθεια να ακούει τον άλλον μέχρι το τέλος.
— Δεν με διακόπτεις ποτέ, — του είχε πει κάποτε η Μαρίνα.
— Επειδή θέλω να μάθω τι θα πεις μετά, — της απάντησε εκείνος χαμογελώντας.
Με τον Πέτρο ταίριαξε γρήγορα. Τον πήγαινε στο ποδόσφαιρο, τον βοηθούσε με τις χειροτεχνίες, δεν παρίστανε τον «καινούριο μπαμπά», αλλά ούτε κρατούσε ψυχρή απόσταση. Μετά τον γάμο μετακόμισε στο σπίτι τους. Ο πρώτος χρόνος κύλησε σχεδόν ανέφελα.
Η ανησυχία εμφανίστηκε αργότερα. Ένα βράδυ τηλεφώνησε η μητέρα του Κώστα, η Ουρανία, και τους ανακοίνωσε πως είχε πουλήσει το διαμέρισμά της. Η εξήγησή της ήταν απλή:
— Θέλω να βρίσκομαι πιο κοντά στον γιο μου. Θα μείνω για λίγο σε εσάς, μέχρι να βρω κάτι κατάλληλο.
Η Μαρίνα κοίταξε τον Κώστα. Εκείνος ανασήκωσε τους ώμους.
— Προσωρινό θα είναι. Δεν σε πειράζει, έτσι;
Δεν την πείραζε. Όχι τότε.
Η Ουρανία κατέφθασε με τέσσερις μεγάλες βαλίτσες και δύο κούτες γεμάτες πιάτα και ποτήρια.
