“Αυτή η νύφη σου αγόρασε στα κρυφά βίλα στην Τήλο” — φώναξε η Ευαγγελία Μακρή στην κουζίνα, ενώ η Δήμητρα έμεινε ακίνητη με τη σακούλα των ψωνιών στο στήθος

Άδικος κόσμος, σκληρή αχαριστία και πικρή μοναξιά.
Ιστορίες

Ο πατέρας μου δεν υπήρξε ποτέ μέθυσος. Πέθανε από καρκίνο στους πνεύμονες, επειδή δούλευε χρόνια σε ανθυγιεινή παραγωγή, όταν εγώ ήμουν μόλις δώδεκα ετών. Και δεν θα επιτρέψω σε κανέναν να λερώνει τη μνήμη του.

Ύστερα γύρισε προς τον άντρα της. Ο Θανάσης στεκόταν με το κεφάλι σκυμμένο, σαν μαθητής που τον είχαν πιάσει να κάνει αταξία.

— Κι εσύ; — τον ρώτησε η Δήμητρα. — Δεν έχεις τίποτα να πεις; Μόλις πρόσβαλε τους γονείς μου. Την οικογένειά μου. Εμένα την ίδια. Θα το καταπιείς κι αυτό; Συμφωνείς μαζί της;

Ο Θανάσης σήκωσε τα μάτια. Υπήρχε μέσα τους τόση απελπισμένη κούραση, που για μια στιγμή η Δήμητρα ένιωσε σχεδόν λύπηση. Μόνο για μια στιγμή.

— Δήμητρα, ξέρεις πώς είναι η μάνα μου… — μουρμούρισε. — Δεν το είπε από κακία. Θύμωσε, της ξέφυγε. Είναι και μεγάλη γυναίκα πια. Μην κάνεις κι εσύ σαν παιδί, να παρεξηγείσαι με λόγια. Είπε μια ανοησία, συμβαίνει.

— Μια ανοησία, μάλιστα, — επανέλαβε εκείνη αργά. — Χρόνια τώρα με διαλύει συστηματικά σαν άνθρωπο, κι εσύ το λες «μια ανοησία». Πίσω από την πλάτη μου κανονίζει πώς θα μοιραστεί το δικό μου εισόδημα, κι εσύ λες «συμβαίνει». Φτύνει την ψυχή μου και τη μνήμη των γονιών μου, κι εσύ μου ζητάς να μην παρεξηγούμαι.

— Και τι θες δηλαδή; Να πλακωθώ μαζί της; — ο Θανάσης ξέσπασε, και η φωνή του είχε τόση αδυναμία, που η Δήμητρα κατάλαβε οριστικά. — Να την πετάξω έξω; Μάνα μου είναι, το καταλαβαίνεις; Μάνα μου!

— Κι εγώ είμαι η γυναίκα σου, — είπε η Δήμητρα. — Εδώ και δώδεκα χρόνια είμαι η οικογένειά σου. Μόνο που, όπως φαίνεται, δεν το κατάλαβες ποτέ.

Δεν περίμενε άλλη απάντηση. Βγήκε από την κουζίνα, πήγε στην κρεβατοκάμαρα, τράβηξε από το πάνω ράφι της ντουλάπας μια μικρή ταξιδιωτική τσάντα και άρχισε να βάζει μέσα ρούχα. Τα χέρια της έτρεμαν τόσο, που οι μπλούζες γλιστρούσαν από τα δάχτυλά της.

Σε λιγότερο από ένα λεπτό, ο Θανάσης φάνηκε στο κατώφλι.

— Τι πας να κάνεις; — ρώτησε τρομαγμένος.

— Μαζεύω μερικά πράγματα. Θα μείνω προσωρινά στη Γεωργία.

— Έλα τώρα, μη φέρεσαι ανόητα! Για έναν καβγά θα φύγεις από το σπίτι; Θες να μου δείξεις ότι έχεις πέραση; Η μαμά έχει ήδη μετανιώσει, είμαι σίγουρος!

Από τον διάδρομο ακούστηκε η φωνή της Ευαγγελίας Μακρής:

— Άσ’ την να πάει! Στο καλό και να μας γράφει! Νύφες βρίσκουμε όσες θέλουμε, και καλύτερες μάλιστα. Σιγά την πριγκίπισσα!

Η Δήμητρα χαμογέλασε πικρά και πέταξε το νεσεσέρ μέσα στην τσάντα.

— Την άκουσες; — είπε στον άντρα της. — Η μητέρα σου δεν έχει μετανιώσει καθόλου. Δεν τη νοιάζει. Και μάλλον ούτε εσένα σε νοιάζει. Εσένα σε ενδιαφέρει μόνο να συνεχιστούν όλα όπως πριν. Να μπαίνει όποτε θέλει, να με πατάει σαν χαλάκι, κι εσύ να κάνεις πως δεν τρέχει τίποτα. Να σωπαίνω, να χαμογελάω και να εξακολουθώ να πληρώνω.

— Ας το συζητήσουμε αύριο, σε παρακαλώ! — ο Θανάσης προσπάθησε να της πάρει την τσάντα. — Τώρα είσαι φορτισμένη, θα πεις πράγματα που δεν εννοείς και μετά θα το μετανιώσεις!

Με μια απότομη κίνηση, η Δήμητρα τράβηξε το φερμουάρ και παραλίγο να του πιάσει τα δάχτυλα.

— Δώδεκα χρόνια, — είπε κοιτάζοντάς τον κατάματα. — Δώδεκα ολόκληρα χρόνια περίμενα κάτι από σένα. Κι εσύ όλο αυτό το διάστημα απλώς καθόσουν στην άκρη και περίμενες να τα βρούμε μόνες μας εγώ και η μητέρα σου. Δεν είσαι σύζυγος. Είσαι συγκάτοικος. Ένας άνθρωπος που μένει στον ίδιο χώρο μαζί μου και βολεύεται με τον μισθό μου.

— Δεν είναι αλήθεια αυτό! — φώναξε εκείνος. — Σε αγαπάω! Το ξέρεις!

— Με αγαπάς; — ρώτησε η Δήμητρα, ενώ φορούσε το παλτό της. — Τότε γιατί ούτε μία φορά δεν είπες στη μητέρα σου: «Σταμάτα, είναι η γυναίκα μου και της χρωστάω ευγνωμοσύνη»; Γιατί δεν της εξήγησες ότι εγώ πληρώνω το στεγαστικό, ενώ εσύ κρατάς ανέγγιχτο σχεδόν τον μισθό σου; Γιατί δεν της είπες πως εγώ την τρέχω στους γιατρούς και της αγοράζω ακριβά φάρμακα όταν δεν της φτάνει η σύνταξη; Γιατί την άφησες να με λέει κάθε φορά «παζαριτζού» και «ξεπεταγμένη», την ώρα που εσύ μου ζητούσες χρήματα για βενζίνη;

Ο Θανάσης δεν απάντησε. Το στόμα του άνοιγε και έκλεινε, σαν ψάρι πεταμένο έξω από το νερό.

— Ακριβώς, — είπε η Δήμητρα. — Δεν έχεις τίποτα να πεις.

Άρπαξε την τσάντα και κατευθύνθηκε προς την έξοδο. Στην πόρτα σταμάτησε και γύρισε προς την πεθερά της. Η Ευαγγελία Μακρής στεκόταν στο άνοιγμα της κουζίνας με τα χέρια σταυρωμένα στο στήθος και ύφος ανθρώπου που είχε ήδη κερδίσει.

— Τι στέκεσαι; — ειρωνεύτηκε. — Φεύγεις; Καλό δρόμο. Μόνο να θυμάσαι κάτι: το διαμέρισμα είναι δικό μας. Αν γυρίσεις, θα ζεις με τους δικούς μας κανόνες.

Η Δήμητρα την κοίταξε για ώρα, ψυχρά, σαν να την έβλεπε πρώτη φορά. Έπειτα έστρεψε το βλέμμα στον άντρα της.

— Ξέρεις κάτι, Θανάση; — είπε ήρεμα, σχεδόν καθημερινά. — Ναι, φεύγω στ’ αλήθεια. Αλλά όχι για λίγες μέρες. Θα καταθέσω αίτηση διαζυγίου. Και μην ανησυχείτε, δεν πρόκειται να διεκδικήσω το διαμέρισμά σας. Δόξα τω Θεώ, έχω δικό μου. Εκείνο που αγόρασα πέρσι, όσο εσείς εδώ συζητούσατε πώς θα με γδύσετε πιο βολικά.

Το πρόσωπο της Ευαγγελίας Μακρής άλλαξε ακαριαία. Μια τέτοια τροπή, προφανώς, δεν την είχε υπολογίσει.

— Ποιο διαμέρισμα πάλι; — ρώτησε κοφτά.

Ψίθυροι Ζωής