“Αυτή η νύφη σου αγόρασε στα κρυφά βίλα στην Τήλο” — φώναξε η Ευαγγελία Μακρή στην κουζίνα, ενώ η Δήμητρα έμεινε ακίνητη με τη σακούλα των ψωνιών στο στήθος

Άδικος κόσμος, σκληρή αχαριστία και πικρή μοναξιά.
Ιστορίες

— Σε παρακαλώ, Δήμητρα, ποια πενήντα χιλιάρικα μου λες τώρα; Είδες ποτέ τα έσοδα που γράφουν στις δηλώσεις τους; — η φωνή της πεθεράς της, της Ευαγγελίας Μακρής, έσκισε τη βραδινή ησυχία της κουζίνας σαν κοφτερό μαχαίρι. Η Δήμητρα έμεινε ακίνητη στον διάδρομο, χωρίς να προλάβει καλά καλά να βγάλει και το δεύτερο παπούτσι. — Αυτή η νύφη σου αγόρασε στα κρυφά βίλα στην Τήλο, όσο εσείς εδώ τη βγάζετε με μακαρόνια. Σου το λέω εγώ, ούτε εσένα ούτε εμένα μας λογαριάζει για ανθρώπους.

Η Δήμητρα στεκόταν με τη σακούλα των ψωνιών σφιγμένη πάνω στο στήθος της. Ρυζογκοφρέτες, άπαχο ανθότυρο, φρέσκα μυρωδικά — τα συνηθισμένα για ένα οικογενειακό δείπνο. Μέσα υπήρχε και ένα κουτί ακριβά σοκολατάκια για την Ευαγγελία Μακρής, που η Δήμητρα τα αγόραζε κάθε φορά «έτσι, για τον καφέ», επειδή ήξερε πως η πεθερά της είχε αδυναμία σε αυτά. Εκείνη τη στιγμή, όμως, το κουτί, που το είχε πάρει με ειλικρινή διάθεση να την ευχαριστήσει, της φάνηκε σαν γελοίο φιλοδώρημα.

Για λίγα δευτερόλεπτα απλώθηκε σιωπή στην κουζίνα. Μόνο το κουταλάκι ακουγόταν να χτυπά στο χείλος της κούπας. Ήταν ο Θανάσης, ο άντρας της, που ανακάτευε νευρικά τη ζάχαρη. Το έκανε πάντα όταν η μητέρα του άρχιζε το γνωστό της τροπάρι.

— Μαμά, άσ’ το τώρα, — είπε ο Θανάσης κουρασμένα, χωρίς όμως ίχνος πραγματικής αντίδρασης. Δεν ήταν φωνή ανθρώπου που ζητά να σταματήσει κάτι· περισσότερο έμοιαζε με παράκληση να χαμηλώσει λίγο ο τόνος. — Ποια βίλα; Δέκα χρόνια δουλεύει σαν σκυλί. Αν έβγαλε κάτι, το έβγαλε με τον ιδρώτα της.

— Με τον ιδρώτα της! — ρουθούνισε περιφρονητικά η Ευαγγελία Μακρής. — Κι εσύ δηλαδή τι κάνεις στο εργοτάξιο; Δεν λιώνεις; Μηχανικός είσαι, παιδί μου! Κι αυτή τι είναι; Μια εμποράκος! Δεν κούνησε το δαχτυλάκι της, όλα έτοιμα τα βρήκε. Κάθεται στο σαλόνι της, λιμάρει νύχια, κι εσύ τρως τα αποφάγια πίσω της.

Η Δήμητρα έκλεισε για μια στιγμή τα μάτια. Ώστε έτσι λοιπόν. Τα δέκα χρόνια που πάλεψε για να στήσει από το μηδέν μια αλυσίδα ινστιτούτων ομορφιάς, ξεκινώντας από ένα νοικιασμένο υπόγειο μια σταλιά, ήταν απλώς «λιμάρισμα νυχιών». Ενώ ο σύζυγός της, που εδώ και δώδεκα χρόνια κρατούσε την ίδια θέση σε αρχιτεκτονικό γραφείο με σταθερό μισθό γύρω στα 700 ευρώ, «έλιωνε στη δουλειά».

Έσπρωξε με δύναμη την εξώπορτα και την έκλεισε επίτηδες δυνατά, για να καταλάβουν ότι είχε φτάσει.

— Γύρισα, — είπε καθαρά, περνώντας προς το σαλόνι χωρίς να κοιτάξει προς την κουζίνα. — Θα φάει κανείς ή όχι;

Η Ευαγγελία Μακρής ξεπρόβαλε αμέσως από την κουζίνα. Γεμάτη, επιβλητική, με ένα ψηλό χτένισμα που την έκανε να θυμίζει παλιά ντίβα της όπερας αποσυρμένη από τη σκηνή. Άνοιξε θεατρικά τα χέρια της.

— Αχ, Δημητρούλα μου, για σένα μιλούσαμε μόλις τώρα! Σε παινεύαμε. Έλεγα στον Θανασάκη τι τύχη που έχει με τέτοια γυναίκα. Και όμορφη, και έξυπνη, και άξια στα χρήματα.

Η Δήμητρα την κοίταξε κατάματα. Τα ανοιχτόχρωμα, λίγο πεταχτά μάτια της πεθεράς της είχαν στο βάθος κάτι σκοτεινό, παχύρρευστο. Δεν ήταν αγάπη. Ούτε καν καθαρό μίσος. Ήταν φθόνος.

— Ευχαριστώ, κυρία Ευαγγελία, — απάντησε κοφτά η Δήμητρα και μπήκε στην κουζίνα. — Είμαι κουρασμένη, οπότε ας αφήσουμε τις ευγένειες. Άκουσα πολύ καλά τι λέγατε.

Ο Θανάσης είχε παγώσει δίπλα στο παράθυρο, κρατώντας ακόμη την κούπα στο χέρι. Το πρόσωπό του έδειχνε άνθρωπο που θα έδινε τα πάντα για να βρίσκεται οπουδήποτε αλλού. Στην Ανταρκτική, ας πούμε. Ή σε κανένα ορυχείο.

— Τι ακριβώς άκουσες; — ρώτησε προκλητικά η πεθερά, αλλάζοντας τακτική μέσα σε μια ανάσα.

— Για τη βίλα στην Τήλο, — είπε η Δήμητρα, βγάζοντας ένα ένα τα ψώνια πάνω στο τραπέζι. Οι κινήσεις της ήταν συγκρατημένες, αν και τα δάχτυλά της έτρεμαν ελαφρά από την ένταση. — Για τα μακαρόνια. Για το ότι δήθεν δεν σας θεωρώ ανθρώπους.

— Και μήπως είναι ψέματα; — η Ευαγγελία Μακρής έβαλε τα χέρια στη μέση.

Εκεί ακριβώς έσπασε κάτι. Μέχρι πριν από μια στιγμή, όλα μπορούσαν ακόμη να γυρίσουν σε αδέξιο αστείο, σε ένα «αχ, δεν το εννοούσα έτσι». Η Δήμητρα περίμενε. Κοίταξε τον Θανάση. Εκείνος δεν μιλούσε. Είχε καρφώσει το βλέμμα του στην κούπα του, λες και μέσα της υπήρχε χάρτης με κρυμμένο θησαυρό.

— Τι από όλα είναι ψέμα; — ρώτησε χαμηλόφωνα η Δήμητρα.

— Όλα! Νομίζεις πως είσαι κάτι ξεχωριστό; Επειδή έχεις λίγα παραπάνω χρήματα, πέρασες τον εαυτό σου για βασίλισσα; Και το ότι εγώ κι ο πατέρας του Θανάση δουλέψαμε μια ζωή στο εργοστάσιο για να του πάρουμε διαμέρισμα, αυτό το ξέχασες; Πού θα μένατε σήμερα χωρίς εμάς;

Η Δήμητρα γύρισε αργά προς το μέρος της. Πολύ αργά, σαν ελατήριο συμπιεσμένο που το αφήνουν να ανοίξει μόνο όσο του επιτρέπουν.

— Δεν το ξέχασα, κυρία Ευαγγελία. Αυτό το διαμέρισμα το αγοράσατε εσείς και ο Σταύρος Μαυρίδης. Και σας ήμουν πραγματικά ευγνώμων. Γι’ αυτό, όταν πριν από πέντε χρόνια κάναμε γενική ανακαίνιση, έβαλα όλες μου τις οικονομίες — περίπου 15.000 ευρώ. Πήρα ένα σπίτι κολλημένο στην αισθητική της γιαγιάς και το έκανα σύγχρονη κατοικία. Τότε είπατε ένα «ευχαριστώ» και την επόμενη μέρα το είχατε ξεχάσει. Το δάνειο για την ανακαίνιση το ξεπλήρωσα σε δύο χρόνια. Μόνη μου. Χωρίς καμία βοήθεια από εσάς.

Η Ευαγγελία Μακρής τα έχασε για μια στιγμή. Δεν είχε συνηθίσει να της αντιμιλούν. Στο σπίτι της ίσχυε πάντα ένας άγραφος νόμος: «η μαμά μίλησε, οι υπόλοιποι συμφωνούν». Ο Θανάσης, όπως και πριν, δεν έβγαλε λέξη.

— Α, ώστε έτσι μιλάς τώρα! — ξέσπασε η πεθερά.

Ψίθυροι Ζωής