“Ιωάννα, το συζητήσαμε εδώ με την Άννα Ρήγα και καταλήξαμε πως οι οικονομίες από τον προθεσμιακό λογαριασμό μου θα δοθούν στον Μάριο Διαμαντόπουλο για να αγοράσει μια γκαρσονιέρα” η Ιωάννα έμεινε ακίνητη κρατώντας μια κρυστάλλινη σαλατιέρα

Απάνθρωπο και άδικο, αλλά κάπως αναμενόμενο.
Ιστορίες

— Τα κλειδιά θα τα αφήσεις στο κομοδίνο της εισόδου. Μπορείτε να πάτε όλοι μαζί στη «νέα» γκαρσονιέρα του Μάριου Διαμαντόπουλου. Α, και κάτι ακόμη: το Κτηματολόγιο πάγωσε τη μεταβίβαση της ιδιοκτησίας μετά τη δική μας αίτηση. Οπότε τα κλειδιά που κρατάει η Άννα Ρήγα είναι, προς το παρόν, απλώς ενθύμιο. Διαλέξτε ταπετσαρίες με τη φαντασία σας.

Ο Άγγελος Δημόπουλος κατάλαβε τότε πως κανένα από τα παλιά του κόλπα δεν έπιανε πια. Σερνόταν σχεδόν μέσα στην κρεβατοκάμαρα, πετώντας τα ακριβά του ρούχα στις βαλίτσες, μουρμουρίζοντας κατάρες και απειλές πως θα την άφηνε χωρίς δεκάρα. Στον διάδρομο, η Άννα Ρήγα έκλαιγε με λυγμούς, τηλεφωνώντας στον γιο της και παραπονιόταν πως είχε ζεστάνει στον κόρφο της ένα φίδι.

Μόλις η εξώπορτα έκλεισε πίσω τους, η Ιωάννα Καρακοστά άνοιξε διάπλατα όλα τα παράθυρα. Ο δροσερός αέρας μπήκε στο σπίτι σαν να ξέπλενε τους τοίχους από χρόνια πνιγηρής παρουσίας. Έφτιαξε δυνατό μαύρο τσάι, κάθισε στην πολυθρόνα και, για πρώτη φορά ύστερα από πολλά χρόνια, ένιωσε πως δεν χρειαζόταν να τρέξει πουθενά, να σώσει κανέναν, ούτε να πληρώσει λογαριασμούς που δεν ήταν δικοί της.

Οι δικαστικές διαδικασίες κράτησαν μήνες και την εξάντλησαν. Ο Άγγελος προσλάμβανε φθηνούς δικηγόρους, προσπαθούσε να αποδείξει πως τα χρήματα τού είχαν δήθεν χαριστεί προσωπικά από κάποιον ανύπαρκτο φίλο, εμφάνιζε πλαστές αποδείξεις και πρόχειρα χαρτιά. Όμως μπροστά στον αδιάσειστο φάκελο που είχε ετοιμάσει ο Παύλος Ζαχαριάδης, κάθε του προσπάθεια κατέρρεε. Το δικαστήριο έκρινε ότι η μεταφορά των χρημάτων ήταν αδικαιολόγητη διάθεση κοινής περιουσίας και αναγνώρισε στην Ιωάννα πλήρη κυριότητα του διαμερίσματος ως αποζημίωση.

Η αγορά της γκαρσονιέρας από την Άννα Ρήγα ναυάγησε. Ο κατασκευαστής δεν έλαβε το ποσό στην ώρα του, επειδή είχε επιβληθεί δέσμευση, και έλυσε τη σύμβαση, κρατώντας μάλιστα ένα σοβαρό πρόστιμο. Το υπόλοιπο ποσό ο Άγγελος αναγκάστηκε, με δικαστική απόφαση, να το επιστρέψει στον κοινό λογαριασμό· και στο τελικό μοίρασμα πέρασε κι αυτό στην Ιωάννα.

Ο πρώην σύζυγος βρέθηκε ουσιαστικά στον δρόμο. Κατέληξε να μετακομίσει στο στενό διαμέρισμα της αδελφής του. Χωρίς τα χρήματα της Ιωάννας να στηρίζουν την εικόνα του, ο μύθος του επιτυχημένου επιχειρηματικού συμβούλου ξεθώριασε γρήγορα. Αναγκάστηκε να πιάσει δουλειά ως πωλητής σε εταιρεία οικοδομικών υλικών, με μικρό μισθό και προϊσταμένους που δεν είχαν καμία διάθεση να ακούν μεγαλοστομίες για οράματα και υψηλές στρατηγικές. Η Άννα τον κατηγορούσε αδιάκοπα επειδή δεν είχε καταφέρει να ξεγελάσει τη γυναίκα του, ενώ ο Μάριος Διαμαντόπουλος, που δεν απέκτησε ποτέ τη γκαρσονιέρα, περνούσε τις μέρες του ξαπλωμένος στον καναπέ, κάνοντας την ατμόσφαιρα του σπιτιού ανυπόφορη.

Η Ιωάννα, αντίθετα, ξανάνθισε. Έκανε ένα φρέσκο βάψιμο και μικρές αλλαγές στο διαμέρισμα, πετώντας κάθε παλιό έπιπλο που της θύμιζε τον πρώην άντρα της. Η δουλειά έπαψε να μοιάζει με καταναγκαστικά έργα, γιατί πλέον κέρδιζε αποκλειστικά για τον εαυτό της. Στο πρακτορείο της προσέλαβε δύο ικανές βοηθούς, τους ανέθεσε μεγάλο μέρος από τις καθημερινές αγγαρείες και άρχισε επιτέλους να φεύγει από το γραφείο στις έξι το απόγευμα.

Πραγματοποίησε και το όνειρό της. Αγόρασε ένα μικρό, αλλά ζεστό ξύλινο σπίτι σε χωριό, κοντά σε ποτάμι. Δεν είχε τεράστιες τζαμαρίες ούτε έξυπνα συστήματα, όπως ονειρευόταν κάποτε ο Άγγελος. Είχε όμως αληθινή χτιστή σόμπα, αυλή μεγάλη και χώμα αρκετό για να φυτέψει ό,τι αγαπούσε.

Ένα πρωινό στεκόταν στη βεράντα του καινούριου της σπιτιού, ανασαίνοντας τη μυρωδιά της ανθισμένης πασχαλιάς και της φρεσκοσκαμμένης γης. Φορούσε απλό τζιν και ένα παλιό φανελένιο πουκάμισο, ενώ ο αέρας της ανακάτευε τα μαλλιά. Στο χέρι κρατούσε κλαδευτήρι, έτοιμη να περιποιηθεί τις φραγκοσταφυλιές. Το κινητό στην τσέπη της δονήθηκε σιγανά· ο Άγγελος προσπαθούσε πάλι να της στείλει ένα μελοδραματικό μήνυμα, γράφοντας πως είχε καταλάβει τα λάθη του και πως του έλειπε.

Χωρίς καν να το διαβάσει, η Ιωάννα έσβησε την ειδοποίηση και μπλόκαρε τον αριθμό. Μπροστά της απλωνόταν μια μεγάλη, φωτεινή μέρα. Έπρεπε να φυτέψει τα σπορόφυτα ντομάτας, να πιει τσάι με μέντα στη βεράντα και απλώς να απολαύσει την ησυχία. Δεν ήταν πια υποζύγιο κανενός. Είχε γίνει η κυρία της δικής της ζωής, και αυτή η ζωή τής άρεσε απερίγραπτα. Κανείς δεν είχε πια δικαίωμα να ορίζει τον κόπο της, τον χρόνο της ή τη μοίρα της. Το μάθημα είχε μαθευτεί άριστα. Από εδώ και πέρα, την περίμεναν μόνο καλύτερες μέρες.

Ψίθυροι Ζωής