— Ιωάννα, το συζητήσαμε εδώ με την Άννα Ρήγα και καταλήξαμε πως οι οικονομίες από τον προθεσμιακό λογαριασμό μου θα δοθούν στον Μάριο Διαμαντόπουλο για να αγοράσει μια γκαρσονιέρα, είπε ο Άγγελος Δημόπουλος με ύφος γαλήνιο, καρφώνοντας επιδέξια με το πιρούνι ένα κομμάτι μαριναρισμένο ψάρι. — Το παιδί είναι είκοσι δύο χρονών. Ήρθε η ώρα να φύγει από τη φροντίδα της μητέρας του και να σταθεί μόνο του.
Η Ιωάννα Καρακοστά έμεινε ακίνητη, κρατώντας στα χέρια της μια κρυστάλλινη σαλατιέρα. Στο μεγάλο σαλόνι τους, όπου είχαν στρώσει τραπέζι για τα σαράντα έξι χρόνια του Άγγελου, όλα ήταν γεμάτα πιάτα και μυρωδιές. Εκείνη μαγείρευε δύο ολόκληρες μέρες: είχε ψήσει πάπια με ξινόμηλα και σάλτσα από κόκκινα μούρα, είχε ετοιμάσει περίτεχνες σαλάτες σε στρώσεις, είχε φτιάξει μια ψηλή τούρτα τύπου «Ναπολέων», ανοίγοντας φύλλα τόσο λεπτά που στο τέλος πονούσαν οι ώμοι της. Ήταν τόσο εξαντλημένη, ώστε σχεδόν δεν καταλάβαινε τι έτρωγε, παρ’ όλα αυτά προσπαθούσε να χαμογελά στους καλεσμένους. Καλεσμένοι, βέβαια, πολλοί δεν υπήρχαν: μόνο η μεγαλύτερη αδελφή του άντρα της, η Άννα Ρήγα, και ο ενήλικος πια γιος της, ο Μάριος Διαμαντόπουλος, που όλο το βράδυ δεν σήκωσε τα μάτια από το κινητό του.
— Ποιες οικονομίες; ρώτησε η Ιωάννα ήρεμα, αφήνοντας προσεκτικά τη σαλατιέρα πάνω στο τραπεζομάντιλο. — Τα σαράντα πέντε χιλιάδες ευρώ που μαζεύαμε τρία χρόνια για να πάρουμε σπίτι στην εξοχή;
— Έλα τώρα, Ιωάννα, γιατί τα βλέπεις όλα τόσο υλιστικά; στραβομουτσούνιασε ο Άγγελος, σαν να είχε δαγκώσει λεμόνι, και σκούπισε τα χείλη του με τη λινή πετσέτα. — Το εξοχικό μπορεί να περιμένει. Μια χαρά ζούμε και στην πόλη. Το παιδί όμως έχει σοβαρό θέμα. Η Άννα δεν γίνεται να μένει για πάντα μαζί του σε ένα δυάρι. Ο Μάριος χρειάζεται τον δικό του χώρο για να ξεκινήσει. Συγγενείς είμαστε, πρέπει να στηρίζουμε ο ένας τον άλλον. Κι έπειτα, τα χρήματα βρίσκονται στον δικό μου λογαριασμό, άρα έχω δικαίωμα να τα διαθέσω για το καλό της οικογένειας.
Η Άννα, καθισμένη απέναντι, χαμογέλασε αυτάρεσκα και άπλωσε το χέρι για ακόμη ένα κομμάτι πάπια. Πλησίαζε τα πενήντα, δεν είχε κρατήσει ποτέ δουλειά πάνω από τρεις μήνες και μονίμως παραπονιόταν για ημικρανίες, για την κακή ατμόσφαιρα και για την άδικη μοίρα της.

— Ιωάννα μου, εσύ είσαι επιτυχημένη γυναίκα, θα τα ξαναβγάλεις, είπε η κουνιάδα της με γλυκερή φωνή. — Έχεις δική σου εταιρεία, καλούς πελάτες, ανθρώπους με λεφτά. Ο Άγγελος πρέπει να νοιαστεί και για τον ανιψιό του. Είναι στην ηλικία που θέλει να φέρνει και καμιά κοπέλα, πού να την πάει;
Η Ιωάννα κοίταξε τον Μάριο. Το «παιδί», με επώνυμα αθλητικά παπούτσια που, παρεμπιπτόντως, είχαν αγοραστεί με δικά της χρήματα τα προηγούμενα Χριστούγεννα, μασούσε νωχελικά ένα φύλλο μαρουλιού χωρίς καν να σηκώσει το βλέμμα.
Ένα βαρύ, παγωμένο μούδιασμα άρχισε να απλώνεται στο στήθος της. Ήταν σαράντα τριών χρονών. Τα τελευταία δεκαπέντε τα είχε περάσει δουλεύοντας σαν να έτρεχε σε ατελείωτο αγώνα επιβίωσης. Η Ιωάννα ήταν ορκωτή ελέγκτρια και ιδιοκτήτρια ενός μικρού γραφείου λογιστικής υποστήριξης. Κρατούσε τα βιβλία για καμιά δεκαριά επιχειρήσεις: τεχνικές εταιρείες, εστιατόρια, ιατρικά κέντρα. Η καθημερινότητά της ήταν γεμάτη συμφωνίες υπολοίπων, φορολογικές δηλώσεις, διαφωνίες με ελεγκτές, ξεμπλοκαρίσματα επαγγελματικών λογαριασμών και άγρυπνες νύχτες όταν πλησίαζαν οι προθεσμίες των ετήσιων καταστάσεων. Από τις ατελείωτες ώρες μπροστά στην οθόνη είχε χαλάσει η όρασή της, ενώ ο αυχενικός πόνος είχε γίνει μόνιμος σύντροφός της.
Ο Άγγελος, από την άλλη, αυτοσυστηνόταν ως ανεξάρτητος business tracker και σύμβουλος στρατηγικής ανάπτυξης. Στην πράξη αυτό σήμαινε πως κοιμόταν ως τις έντεκα, έκανε έπειτα αργό ντους με πανάκριβα αφρόλουτρα, ετοίμαζε καφέ με τελετουργία και καθόταν να γράψει μακροσκελείς αναρτήσεις στα κοινωνικά δίκτυα για τη σημασία της ανάθεσης αρμοδιοτήτων και της «επιτυχίας». Πού και πού εμφανιζόταν κάποιος τυχαίος πελάτης, που πλήρωνε ψίχουλα για τις ατέρμονες συμβουλές του. Όλο το οικονομικό βάρος του σπιτιού το κουβαλούσε η Ιωάννα.
Εκείνη είχε ξεπληρώσει μόνη της το δάνειο για το τριάρι τους, κόβοντας από παντού. Εκείνη αγόραζε τα τρόφιμα, πλήρωνε τους λογαριασμούς, τη βενζίνη και τις ασφάλειες και των δύο αυτοκινήτων. Ο Άγγελος, αντίθετα, λάτρευε την καλοπέραση και δεν δίσταζε να αγοράζει ακριβά τυριά μικρών παραγωγών. Οι πολυτελείς του συνήθειες, όμως, δεν σταματούσαν εκεί.
