Η Δανάη Παπακώστας είχε μείνει ακίνητη στο χολ, κοιτάζοντας δύο αγοράκια με πανομοιότυπα σακίδια στην πλάτη. Πίσω τους στεκόταν ο Πάνος Παναγιωτίδης, φορτωμένος με δύο τεράστιες τσάντες, μία σε κάθε χέρι. Ήταν Τετάρτη. Μια απλή, καθημερινή Τετάρτη, όχι Σάββατο.
— Ποιους έφερες στο σπίτι μου; ρώτησε εκείνη με φωνή απόλυτα συγκρατημένη. — Δεν είχαμε συμφωνήσει πως τα παιδιά από τον πρώτο σου γάμο δεν θα μένουν μαζί μας;
Ο Πάνος χώθηκε βιαστικά δίπλα της, πέρασε στον διάδρομο και άφησε τις τσάντες να πέσουν στο πάτωμα.
— Μην αρχίζεις, Δανάη. Τα πράγματα άλλαξαν. Για έναν μήνα θα είναι, άντε δύο.
— Ή μήπως τρεις; Η Δανάη γονάτισε μπροστά στα δίδυμα, τους χάρισε ένα χαμόγελο και τους χάιδεψε τα κεφάλια. — Αγόρια, πηγαίνετε στο δωμάτιο. Στο ράφι έχει τουβλάκια. Παίξτε λίγο, ώσπου να μιλήσω με τον μπαμπά σας.

Τα παιδιά απομακρύνθηκαν. Η Δανάη έκλεισε την πόρτα και γύρισε προς τον άντρα της.
— Πάνο, να καταλάβω σωστά; Φέρνεις τα παιδιά Τετάρτη, με όλα τους τα πράγματα, και απλώς μου ανακοινώνεις την απόφασή σου;
— Και τι ήθελες να κάνω; Είναι γιοι μου! Προτιμούσες να κοιμηθούν στον δρόμο;
— Ωραία λογική. Όταν παντρευτήκαμε, μου ορκιζόσουν ότι τα αγόρια θα ζουν με τη Σοφία Μακρής. Το θυμάσαι ή η μνήμη σου λειτουργεί σαν κατάλογος φτηνής ταβέρνας, κρατώντας μόνο ό,τι σε βολεύει;
— Είναι προσωρινό!
— Προσωρινό είναι το Σάββατο και η Κυριακή. Δύο μεγάλες τσάντες και «ίσως τρεις μήνες» λέγονται μετακόμιση. Βλέπεις τη διαφορά;
Ο Πάνος άρχισε να πηγαινοέρχεται νευρικά στον διάδρομο.
— Δεν σκοπεύω να σου δίνω αναφορά για τα παιδιά μου. Κι αυτό το σπίτι είναι και δικό μου.
— Όχι, Πάνο. Το διαμέρισμα είναι δικό μου. Ήταν δικό μου πριν εμφανιστείς και θα παραμείνει δικό μου και μετά. Κι αν θελήσεις πάλι να πεις τη λέξη «δικό μου», ρίξε πρώτα μια ματιά στα χαρτιά. Ένα μόνο επώνυμο γράφουν, και δεν είναι το δικό σου.
Η Δανάη έβγαλε το κινητό και πληκτρολόγησε τον αριθμό της πεθεράς της. Ο Πάνος τινάχτηκε.
— Κλείσ’ το. Μην τολμήσεις να πάρεις τη μητέρα μου!
— Γιατί όχι; Αφού αποφασίζεις μόνος σου για δύο ανθρώπους, ίσως ούτε εκείνη ξέρει πως έγινε γιαγιά πλήρους απασχόλησης.
— Δανάη, σε προειδοποιώ!
— Με προειδοποιείς για τι; Ότι σε πέντε λεπτά η Καλλιόπη Σαββίδης θα μάθει πώς ο γιος της διαχειρίζεται ξένο διαμέρισμα;
Το τηλέφωνο χτύπησε. Η πεθερά απάντησε στο τρίτο κουδούνισμα.
— Καλλιόπη Σαββίδης, καλησπέρα. Ξέρετε ότι ο Πάνος έφερε τον Γιάννη Ζαχαριάδη και τον Μάριο Στεφανόπουλο να μείνουν μαζί μας; Μόνιμα. Με βαλίτσες.
Ακολούθησε σιωπή. Ύστερα ακούστηκε η φωνή της πεθεράς, μπερδεμένη και φανερά ξαφνιασμένη.
— Δανάη μου, δεν ήξερα τίποτα. Ούτε λέξη δεν μου είπε. Τι θα πει με βαλίτσες;
— Δύο μεγάλες τσάντες. Και η φράση «έναν μήνα, ίσως δύο, ίσως τρεις». Γι’ αυτό ρωτάω: πρόκειται για οικογενειακό σχέδιο ή για προσωπικό του αυτοσχεδιασμό;
— Θεέ μου. Δανάη, πραγματικά σε ευχαριστώ για την υπομονή σου. Ήδη κάθε Σαββατοκύριακο ασχολείσαι με τα αγόρια, ενώ εκείνος τρέχει στους φίλους του. Θα του μιλήσω εγώ.
— Ευχαριστώ, αλλά μάλλον θα το τακτοποιήσω μόνη μου. Θα ήθελα μόνο τη διεύθυνση της Σοφίας Μακρής. Θέλω να μάθω για ποιον λόγο ξεφορτώθηκε έτσι τα παιδιά.
Η πεθερά της υπαγόρευσε τη διεύθυνση. Ο Πάνος στεκόταν χλωμός, κολλημένος με την πλάτη στον τοίχο.
— Τι τη θέλεις τη διεύθυνσή της; Τι έχεις στο μυαλό σου;
— Εσύ γιατί άσπρισες έτσι; Αν όλα είναι καθαρά, τι φοβάσαι;
— Μην ανακατεύεσαι, Δανάη. Δεν είναι δική σου υπόθεση.
— Δεν είναι; Τα αγόρια βρίσκονται στο δικό μου διαμέρισμα, κοιμούνται στον δικό μου καναπέ, τρώνε στο δικό μου τραπέζι. Κάθε Σάββατο και Κυριακή ζωγραφίζω μαζί τους, τα βγάζω βόλτα, τα ταΐζω, ενώ εσύ είσαι δήθεν «σε φίλο» ή «στη μαμά σου». Μόνο που, όπως αποδείχθηκε, ούτε εκείνη σε βλέπει. Πού πηγαίνεις λοιπόν τα Σαββατοκύριακα, Πάνο;
— Δεν είμαι υποχρεωμένος να απολογούμαι!
— Σωστά. Δεν είσαι. Ούτε κι εγώ όμως είμαι υποχρεωμένη να κάνω την νταντά σε ξένα παιδιά, όσο ο πατέρας τους διασκεδάζει κάπου αλλού.
Η Δανάη πλησίασε περισσότερο και τον κοίταξε κατάματα.
— Δώσε μου το τηλέφωνο της Σοφίας Μακρής.
— Όχι.
— Για ποιον λόγο;
— Επειδή είπα όχι! Φτάνει πια με την ανάκριση!
Η Δανάη πήρε μια αργή ανάσα και άρχισε να μιλάει πιο ήρεμα, χωρίς να τραβήξει το βλέμμα της από πάνω του.
