— Σοβαρά τώρα θα κοιτάς τις σακούλες λες και σου έφερα τούβλα; Η μαμά μού ζήτησε να τα πλύνουμε. Τόσο δύσκολο είναι;
Ο Nikos Karamanlis άφησε δύο τεράστιους καρό σάκους δίπλα στην πόρτα και δεν μπήκε καν στον κόπο να βγάλει το μπουφάν του. Στο πάτωμα σχηματίστηκε αμέσως μια γκρίζα γραμμή από τη λάσπη της εισόδου: το χιόνι στις σόλες του έλιωσε, ανακατεύτηκε με άμμο και σύρθηκε ως το χαλάκι. Εγώ κρατούσα την κούπα με τον καφέ και δεν κοιτούσα τους σάκους, αλλά το πρόσωπό του. Μιλούσε σαν να είχε ήδη αποφασίσει τα πάντα και σε μένα απέμενε απλώς να ενημερωθώ.
— Η μητέρα σου έχει πλυντήριο, είπα.
— Δεν στύβει καλά.
Ο Nikos πέρασε στην κουζίνα, άνοιξε το ψυγείο και έσκυψε μέσα με ύφος ανθρώπου που μόλις γύρισε από εξαντλητική βάρδια. Κι όμως, τους σάκους δεν τους είχε κουβαλήσει στην πλάτη από καμιά στάση. Τους έφερε με το αυτοκίνητο, τους ανέβασε με το ασανσέρ και τους πέταξε στα πόδια μου.

Από τον έναν σάκο ξεπρόβαλλε το μανίκι ενός αντρικού πουκαμίσου. Δεν ήταν δικό του. Ο Nikos δεν φορούσε κοντομάνικα πουκάμισα. Στον άλλον, από πάνω, ήταν ριγμένη η κουρτίνα της κουζίνας της Georgia Pavlou, της μητέρας του. Την αναγνώρισα από τα καφέ τετραγωνάκια· κρεμόταν πάνω από τον νεροχύτη της από τότε που παντρευτήκαμε.
— Niko, αυτά δεν είναι μόνο της μητέρας σου.
Έβγαλε από το ψυγείο ένα τάπερ με φαγητό, σήκωσε το καπάκι και στραβομουτσούνιασε.
— Και τίνος είναι;
— Κρίνοντας από το πουκάμισο, πάντως όχι δικά της.
— Η Sofia Pavlou πέρασε από τη μαμά και άφησε δυο πράγματα. Μην αρχίζεις.
Αυτό το «μην αρχίζεις» εμφανιζόταν πάντα πριν προλάβω καν να διαμαρτυρηθώ. Πολύ βολική φράση. Με αυτήν μπορούσε να κλείσει κάθε συζήτηση σαν καπάκι πάνω σε κατσαρόλα: ο ατμός θα έβρισκε έτσι κι αλλιώς χαραμάδα, αλλά για λίγο η κουζίνα θα έμενε πιο ήσυχη.
Ακούμπησα την κούπα στο τραπέζι.
— Σήμερα δουλεύω μέχρι τις εννιά. Μετά έχω να τελειώσω μια αναφορά. Δεν θα πλύνω ξένα ρούχα.
Ο Nikos γύρισε προς το μέρος μου κρατώντας ακόμη το τάπερ.
— Eleni Spyropoulos, έλα τώρα, μην το κάνεις θέμα. Μπουγάδα είναι, όχι ηρωική πράξη. Τα πετάς στο πλυντήριο και τελείωσε.
Το είπε αβίαστα. Όπως μιλούν όσοι δεν έχουν τραβήξει ποτέ βρεγμένες παπλωματοθήκες από τον κάδο, δεν έχουν απλώσει ξένες πετσέτες σε όλο το σπίτι, δεν έχουν μαζέψει από την απλώστρα κάλτσες που ούτε ο ιδιοκτήτης τους δεν θα ήθελε να δει στο φως της μέρας. Για εκείνον το πλύσιμο ήταν ένα κουμπί. Για μένα ήταν χρόνος, απορρυπαντικό, νερό, χώρος, χέρια και μια ξένη μυρωδιά μέσα στο μπάνιο μου.
Τελικά, εκείνο το βράδυ τα έπλυνα.
Όχι επειδή συμφωνούσα. Από εκείνη την κούραση που σε κάνει να προτιμάς να κάνεις κάτι, παρά να εξηγείς σε έναν άνθρωπο γιατί δεν είσαι υποχρεωμένη. Έβαλα δύο πλύσεις μέσα στη νύχτα. Το πρωί, στο μπάνιο κρέμονταν πουκάμισα, η κουρτίνα, πετσέτες από ξένη κουζίνα και η ρόμπα της Georgia Pavlou. Στον διάδρομο στεκόταν υγρασία. Το φόρεμα που σκόπευα να φορέσω στη συνάντηση έμεινε στο καλάθι. Δεν περίσσεψε ούτε χώρος ούτε ώρα γι’ αυτό.
Ο Nikos έφυγε για τη δουλειά ικανοποιημένος. Περνώντας, με φίλησε στον κρόταφο και είπε:
— Βλέπεις; Δεν έγινε και τίποτα.
Κοίταξα την πόρτα να κλείνει πίσω του και τότε σκέφτηκα για πρώτη φορά πως τα τρομακτικά πράγματα σπάνια ξεκινούν με φωνές. Πιο συχνά αρχίζουν με ένα «δεν έγινε τίποτα», ειπωμένο εκ μέρους σου.
Μία εβδομάδα αργότερα οι σάκοι έγιναν τέσσερις.
Ο Nikos τους έφερε Παρασκευή βράδυ. Τον έναν τον άφησε στην είσοδο, δύο τους έσυρε ως το μπάνιο και τον τέταρτο τον παράτησε πλάι στην ντουλάπα, επειδή στο χολ δεν χωρούσε άλλος. Μέσα από τα ανοίγματα ξεχείλιζαν σεντόνια, πετσέτες, το παιδικό μπουφάν του ανιψιού του, οι φόρμες της αδελφής του, της Sofia Pavlou, και μια λευκή μπλούζα δεμένη κόμπο, σαν να την είχαν βγάλει στη μέση του δωματίου και την είχαν πετάξει χωρίς δεύτερη ματιά.
— Τι είναι όλα αυτά;
Το ρώτησα ήρεμα, όμως ο Nikos άκουσε στη φωνή μου κάτι που δεν του άρεσε. Οι ώμοι του σφίχτηκαν αμέσως.
— Η μαμά το ζήτησε. Το πλυντήριό της πάλι κάνει νερά.
— Και η Sofia Pavlou;
— Η Sofia Pavlou έχει παιδιά. Δυσκολεύεται.
— Κι εγώ έχω δουλειά.
— Όλοι έχουν δουλειά, Eleni Spyropoulos.
Αυτή τη φορά ο τόνος του είχε αλλάξει. Δεν παρακαλούσε. Διέταζε.
Μπήκα στο μπάνιο. Τα δικά μου ρούχα ήταν στο καλάθι, στριμωγμένα στον τοίχο από έναν ξένο σάκο. Πάνω στο καπάκι του πλυντηρίου βρισκόταν το κουτί με το απορρυπαντικό που είχα αγοράσει μόλις χθες. Ο Nikos το είχε ανοίξει μόνος του, χωρίς να ρωτήσει. Στην άκρη του νιπτήρα υπήρχε ένα σημείωμα με τον γραφικό χαρακτήρα της Georgia Pavlou: «Τα λευκά χωριστά. Οι κουρτίνες χωρίς στύψιμο. Την μπλούζα της Sofia Pavlou στο χέρι».
Σήκωσα το χαρτάκι με δύο δάχτυλα.
— Έστειλε και οδηγίες χρήσης;
Ο Nikos στάθηκε πίσω μου.
— Μη γίνεσαι ειρωνική. Η μαμά είναι απλώς προσεκτική.
— Οι προσεκτικοί άνθρωποι πλένουν μόνοι τους τα ρούχα τους.
Ξεφύσηξε απότομα.
— Στη δική μου οικογένεια δεν συνηθίζονται αυτά.
Τότε γύρισα και τον κοίταξα.
Το μπάνιο ήταν στενό. Ανάμεσά μας βρισκόταν το καλάθι με τα δικά μου πράγματα, από πάνω του κρεμόταν ο σάκος των συγγενών του, και ξαφνικά εκείνο το μικρό δωμάτιο έγινε η πιο ακριβής εικόνα του γάμου μας. Τον χώρο μου τον καταλάμβαναν οι ανάγκες των άλλων. Κι ο Nikos στεκόταν εκεί, εξηγώντας μου πως έτσι έπρεπε να είναι.
