“Ε, δεν της έμεινε πολύ της Αναστασίας να μένει εδώ” — είπε η πεθερά με βέβαιο ύφος, και η Αναστασία έμεινε ακίνητη πίσω από την κουρτίνα

Άδικη, ασύλληπτα σκληρή η καθημερινή ντροπή.
Ιστορίες

είπε η μικρή, κουνώντας το χαρτί στον αέρα σαν σημαία. — Η δασκάλα είπε πως τον ήλιο τον έκανα καλύτερα απ’ όλα τα παιδιά.

— Είναι υπέροχο, φως μου, — ψιθύρισε η Αναστασία Ρήγα και τη φίλησε τρυφερά στα μαλλιά. Για μια ελάχιστη στιγμή ένιωσε το βάρος μέσα της να μαλακώνει. Αυτό ήταν το αληθινό. Αυτό το παιδί, αυτό το χαμόγελο, αυτός ο κόσμος που όφειλε να προστατεύσει.

Στο σπίτι έδωσε στη Νεφέλη Σαββίδη το βραδινό της, την έβαλε για ύπνο νωρίτερα με τη δικαιολογία πως την επόμενη μέρα είχαν πρωινό ξύπνημα για τον παιδικό σταθμό, κι έπειτα έμεινε μόνη στην κουζίνα. Μπροστά της είχε ένα φλιτζάνι τσάι που είχε προλάβει να κρυώσει, μα δεν το άγγιζε. Περίμενε τον άντρα της.

Ο Ιωάννης Αποστόλου γύρισε λίγο μετά τις εννιά. Ήταν φανερά εξαντλημένος από τη δουλειά· εργαζόταν ως μηχανικός σε εργοστάσιο και οι υπερωρίες είχαν γίνει σχεδόν καθημερινότητα. Έβγαλε τα παπούτσια του στην είσοδο, αναστέναξε βαθιά και μπήκε στην κουζίνα.

— Έχει μείνει τίποτα να φάω; Πεθαίνω της πείνας, — είπε, περνώντας δίπλα από την Αναστασία Ρήγα και φιλώντας τη βιαστικά στην κορυφή του κεφαλιού.

— Θα σου ζεστάνω αμέσως, — απάντησε εκείνη, σηκώθηκε και άρχισε να ανοίγει ντουλάπια και κατσαρόλες, προσπαθώντας να κρύψει την ταραχή στη φωνή της. — Γιάννη… μίλησες χθες με τη μητέρα σου στο τηλέφωνο;

— Μίλησα. Γιατί; — Ο Ιωάννης Αποστόλου κάθισε στην καρέκλα και έτριψε κουρασμένα τα μάτια του.

— Τι είπατε;

— Τίποτα σπουδαίο. Με ρώτησε πώς πάει η δουλειά, της είπα ότι έχω κουραστεί αφόρητα με εκείνο το έργο και πως ο προϊστάμενος έχει ξεφύγει εντελώς, — αποκρίθηκε εκείνος, σηκώνοντας τους ώμους. — Γιατί με ρωτάς έτσι;

Η Αναστασία Ρήγα ακούμπησε μπροστά του ένα πιάτο με φαγητό και κάθισε απέναντί του. Ένωσε τα χέρια της πάνω στο τραπέζι, σαν να προσπαθούσε να κρατηθεί από κάτι.

— Γιάννη, σήμερα έτυχε να ακούσω τη μητέρα σου να λέει στη θεία Δανάη Κοντός και στη Χριστίνα Χατζηκωνσταντίνου πως δήθεν έχεις κουραστεί από τον γάμο μας και σκέφτεσαι το διαζύγιο. Και πως, αν χωρίσουμε, εγώ εδώ… — έκανε μια κίνηση με το χέρι της προς την κουζίνα και τους τοίχους γύρω τους, — δεν θα έχω θέση. Ότι θα πρέπει να φύγω.

Ο Ιωάννης Αποστόλου έμεινε ακίνητος, με το πιρούνι στα μισά της διαδρομής προς το στόμα του.

— Τι; — ρώτησε σαστισμένος. — Από πού της ήρθε αυτό;

— Αυτό θέλω κι εγώ να μάθω. Από πού; — Η φωνή της Αναστασίας Ρήγα λύγισε παρά τη θέλησή της. — Της είπες στ’ αλήθεια ότι κουράστηκες από τον γάμο μας;

— Αναστασία, της είπα ότι έχω εξαντληθεί από τη δουλειά. Από τον προϊστάμενο. Από αυτό το ανόητο έργο. Για τον γάμο μας δεν ειπώθηκε ούτε λέξη, — είπε ο Ιωάννης Αποστόλου, άφησε το πιρούνι στο πλάι και την κοίταξε προσεκτικά. — Πιστεύεις σοβαρά ότι θα παραπονιόμουν στη μάνα μου για σένα;

— Δεν ξέρω πια τι να πιστέψω, — μουρμούρισε εκείνη, χαμηλώνοντας το βλέμμα. — Την άκουσα με τα αυτιά μου να λέει πως «λίγος καιρός έμεινε στην Αναστασία να μένει εδώ». Αυτά ακριβώς είπε.

Ο Ιωάννης Αποστόλου ακούμπησε την πλάτη του στην καρέκλα και πέρασε τις παλάμες του πάνω από το πρόσωπό του.

— Τα έπλασε μόνη της. Το καταλαβαίνεις, έτσι; Πήρε την κούραση από τη δουλειά και την έκανε κούραση από τη γυναίκα μου. Μετά πρόσθεσε και το διαζύγιο. Δεν είναι η πρώτη φορά που ψάχνει αφορμή να σε μειώσει. Το βλέπω.

— Το βλέπεις, αλλά σιωπάς, επειδή δεν θέλεις καβγάδες μαζί της, — είπε σιγανά η Αναστασία Ρήγα. — Μόνο που εκείνη, απ’ ό,τι φαίνεται, έχει ήδη αποφασίσει για εμάς. Και το ανακοίνωσε κιόλας στις γειτόνισσες.

Ο Ιωάννης Αποστόλου σηκώθηκε απότομα, έκανε δυο βήματα στην κουζίνα και στάθηκε μπροστά στο παράθυρο.

— Άκου, — είπε χωρίς να γυρίσει. — Αύριο θα της μιλήσουμε μαζί. Καθαρά, χωρίς μισόλογα. Θα της πω ότι δεν σκέφτομαι κανένα διαζύγιο και ότι δεν έχει δικαίωμα να ανακατεύεται στη ζωή μας.

— Και το διαμέρισμα; — ρώτησε η Αναστασία Ρήγα. — Είπε πως ναι μεν έχει γραφτεί σ’ εσένα με διαθήκη, αλλά όσο ζει εκείνη, εκείνη κάνει κουμάντο. Και πως, αν χρειαστεί, θα πετάξει εμένα και τη Νεφέλη Σαββίδη έξω.

— Το διαμέρισμα είναι ήδη στο όνομά μου, με όλα τα χαρτιά, — συνοφρυώθηκε ο Ιωάννης Αποστόλου. — Η γιαγιά μου το άφησε σε μένα, και την κληρονομιά την αποδέχτηκα πριν από δύο χρόνια. Το θυμάσαι, είχαμε πάει μαζί στον συμβολαιογράφο.

— Το θυμάμαι, — είπε εκείνη με ένα νεύμα. — Η μητέρα σου όμως μάλλον προτιμά να το θυμάται αλλιώς.

— Τότε ήρθε η ώρα να της εξηγήσουμε πώς έχουν πραγματικά τα πράγματα, — απάντησε εκείνος με σκληρότητα στη φωνή.

Την επόμενη μέρα, Σάββατο, η Θεοδώρα Γρηγοροπούλου εμφανίστηκε στο σπίτι τους όπως πάντα: απροειδοποίητα. Είχε δικό της κλειδί και θεωρούσε απολύτως φυσιολογικό να μπαίνει όποτε ήθελε. Ο Ιωάννης Αποστόλου είχε φροντίσει να φύγει νωρίτερα από τη δουλειά, ώστε να βρίσκεται εκεί όταν θα ερχόταν.

— Μαμά, κάθισε. Πρέπει να μιλήσουμε, — είπε μόλις εκείνη πέρασε το κατώφλι.

Η πεθερά παραξενεύτηκε, μα υπάκουσε. Κάθισε στο τραπέζι, σταύρωσε προσεκτικά τα χέρια μπροστά της, σχεδόν σαν μαθήτρια που περιμένει εξέταση.

— Τι έγινε; Αρρώστησε η Νεφέλη Σαββίδη;

— Η Νεφέλη είναι μια χαρά. Παίζει στη γειτόνισσα, — απάντησε η Αναστασία Ρήγα, παίρνοντας θέση δίπλα στον άντρα της.

— Μαμά, η Αναστασία μού είπε χθες τι έλεγες στη θεία Δανάη Κοντός και στη Χριστίνα Χατζηκωνσταντίνου για το δήθεν διαζύγιό μας, — ξεκίνησε ο Ιωάννης Αποστόλου χωρίς περιστροφές. — Ότι τάχα έχω βαρεθεί τον γάμο μου και σκοπεύω να χωρίσω. Αυτό είναι ψέμα. Εγώ σου μίλησα για την κούρασή μου στη δουλειά και για τον προϊστάμενο. Για την Αναστασία και για τον γάμο μας δεν σου είπα ποτέ κάτι τέτοιο.

Η Θεοδώρα Γρηγοροπούλου χλώμιασε, όμως συνήλθε γρήγορα. Με μια γνώριμη νευρική κίνηση ίσιωσε τον γιακά της μπλούζας της.

— Μα εσύ ο ίδιος είπες ότι κουράστηκες, — άρχισε να δικαιολογείται. — Κι εγώ σκέφτηκα…

— Δεν σκέφτηκες απλώς. Συμπλήρωσες μόνη σου την ιστορία όπως σε βόλευε, — τη διέκοψε ο Ιωάννης Αποστόλου. — Και δεν έμεινες εκεί. Πήγες και είπες στις γειτόνισσες πως η Αναστασία σύντομα δεν θα μένει εδώ, πως εσύ αποφασίζεις για το διαμέρισμα, ενώ ξέρεις πολύ καλά ότι το σπίτι έχει περάσει στο όνομά μου εδώ και καιρό.

— Το ξέρω, το ξέρω, — είπε βιαστικά η πεθερά, κουνώντας καταφατικά το κεφάλι. — Αλλά είμαι μάνα σου. Ανησυχώ…

— Ανησυχία σημαίνει να ρωτήσεις αν είμαστε καλά, — παρενέβη η Αναστασία Ρήγα, για πρώτη φορά με σταθερό τόνο. — Όχι να αποφασίζεις εσύ για μένα και τον Ιωάννη Αποστόλου πού θα ζήσουμε και πού όχι. Και πολύ περισσότερο, όχι να το συζητάς με ξένους ανθρώπους λες και είμαι αντικείμενο που μπορεί να πεταχτεί έξω όποτε σε βολέψει.

— Αναστασία, τα μεγαλοποιείς, — προσπάθησε να μαλακώσει την κατάσταση η Θεοδώρα Γρηγοροπούλου.

— Μαμά, — πήρε ξανά τον λόγο ο Ιωάννης Αποστόλου, — αν ξαναεπιτρέψεις στον εαυτό σου κάτι τέτοιο, αν ξανασυζητήσεις τον γάμο μας με τρίτους ή αν ξαναπροσπαθήσεις να αποφασίσεις για το πού θα ζούμε, θα αλλάξω την κλειδαριά και το κλειδί σου δεν θα ανοίγει πια. Θα σε βλέπω αλλού, όχι εδώ.

Η πεθερά άφησε μια πνιχτή κραυγή και ακούμπησε το χέρι στο στήθος της.

— Με απειλείς; Τη μάνα σου;

— Βάζω όρια, — απάντησε ήρεμα ο Ιωάννης Αποστόλου. — Είσαι μητέρα μου, σε αγαπώ και σε σέβομαι. Όμως αυτό το σπίτι είναι δικό μου, της Αναστασίας και της Νεφέλης. Το πώς θα ζούμε μέσα σε αυτό θα το αποφασίζουμε εμείς, όχι εσύ.

Η συζήτηση εκείνη τελείωσε με τα δάκρυα της Θεοδώρας Γρηγοροπούλου, με μια πόρτα που έκλεισε δυνατά πίσω της και, μία ώρα αργότερα, με ένα τηλεφώνημα συγγνώμης. Η Θεοδώρα Γρηγοροπούλου ήξερε να ηρεμεί γρήγορα όταν καταλάβαινε πως είχε ξεπεράσει τα όρια. Η Αναστασία Ρήγα δέχτηκε τη συγγνώμη συγκρατημένα, χωρίς να τρέφει αυταπάτες. Καταλάβαινε καλά πως δεν είχε τελειώσει τίποτα· απλώς είχε πέσει μια προσωρινή ησυχία.

Και δεν άργησε να αποδειχθεί πως είχε δίκιο. Έναν μήνα αργότερα, στις αρχές του φθινοπώρου, η υπόθεση πήρε μια τροπή που κανείς τους δεν περίμενε.

Όλα ξεκίνησαν από ένα τηλεφώνημα. Η Αναστασία Ρήγα βρισκόταν μόνη στο σπίτι. Ο Ιωάννης Αποστόλου είχε φύγει για επαγγελματικό ταξίδι μίας εβδομάδας και η Νεφέλη Σαββίδη ήταν στον παιδικό σταθμό. Τότε χτύπησε το κινητό της από έναν αριθμό που δεν αναγνώριζε.

— Καλημέρα σας, καλούμε από το συμβολαιογραφικό γραφείο «Εγγύηση», — ακούστηκε μια ευγενική γυναικεία φωνή. — Θα μπορούσα να μιλήσω με τον κύριο Ιωάννη Αποστόλου;

— Δεν βρίσκεται εδώ αυτή τη στιγμή, λείπει σε ταξίδι για δουλειά, — απάντησε η Αναστασία Ρήγα, νιώθοντας αμέσως μια ανεξήγητη ανησυχία. — Είμαι η σύζυγός του. Μπορώ να του μεταφέρω κάτι;

— Βλέπετε, στο αρχείο μας υπάρχει προγραμματισμένο ραντεβού στο όνομά του.

Ψίθυροι Ζωής