Για τον δεύτερο λογαριασμό δεν είχε την παραμικρή ιδέα.
Το τρίτο που έκανε η Δήμητρα Παναγιωτίδη ήταν να μαζεύει χαρτιά. Αποδείξεις για σωληνώσεις, κουφώματα, πλυντήριο, ταπετσαρίες. Το συμφωνητικό με τον τεχνίτη που είχε τοποθετήσει τα παράθυρα. Λογαριασμούς κοινοχρήστων και υπηρεσιών, όσους πλήρωνε εκείνη τους μήνες που ο Πάνος Βασιλάκης «ξεχνούσε». Όλα κατέληγαν στο ίδιο κουτί, πάνω στο πατάρι.
Δεν ετοίμαζε πόλεμο. Ετοίμαζε απλώς μια διέξοδο για τη μέρα που κάποιος θα της έλεγε να φύγει.
Στο μεταξύ, η Αγγελική Ξενάκη πρόλαβε να τη χαρακτηρίσει «παρείσακτη» άλλες τέσσερις φορές. Η Δήμητρα τις μέτρησε μία προς μία.
Τη μία μπροστά σε μια γειτόνισσα της Δέσποινας Δημόπουλος.
Τη δεύτερη μπροστά στη δασκάλα του παιδικού σταθμού, όταν είχε πάει να πάρει τη Νεφέλη Καρακοστά αντί για τη Δήμητρα.
Την τρίτη στο τηλέφωνο, δήθεν τυχαία, αρκετά δυνατά όμως για να ακουστεί.
Και την τέταρτη μπροστά στο ίδιο το παιδί. Η Νεφέλη ήταν δυόμισι χρονών. Η Αγγελική έσκυψε στο ύψος της και της είπε:
— Εσύ είσαι κουκλίτσα μας. Ευτυχώς δεν έμοιασες στη μάνα σου.
Η μικρή δεν κατάλαβε τίποτα. Η Δήμητρα, όμως, κατάλαβε τα πάντα.
Η στροφή ήρθε τον Μάρτιο, όταν η Νεφέλη είχε κλείσει τα τρία.
Η Δέσποινα Δημόπουλος ανακοίνωσε πως σκόπευε να πουλήσει το διαμέρισμα στην Πατησίων. Είχε βρεθεί αγοραστής που έδινε καλή τιμή: 32.000 €. Εκείνη ήθελε να μετακομίσει μόνιμα στο εξοχικό, να το μονώσει σωστά και να μένει εκεί χειμώνα καλοκαίρι.
— Εσείς με τον Πάνο θα πρέπει να βρείτε κάτι δικό σας, είπε ένα βράδυ στο τραπέζι. Δεν το είπε με κακία. Το είπε σαν να ανακοίνωνε τον καιρό.
Ο Πάνος χλώμιασε.
— Μαμά, εδώ μένουμε. Η Νεφέλη πάει παιδικό ακριβώς απέναντι.
— Το ξέρω. Αλλά το σπίτι είναι δικό μου, Πάνο. Τριάντα χρόνια το πλήρωνα.
Η Δήμητρα δεν μίλησε. Μέσα της, αντί για πανικό, υπήρχε μια παράξενη ησυχία.
Την επόμενη μέρα τηλεφώνησε σε δικηγόρο. Όχι για να ξεκινήσει δικαστήρια. Ήθελε μόνο να ξέρει. Ρώτησε αν μπορούσε να ζητήσει αποζημίωση για εργασίες και αγορές που έγιναν σε ξένο ακίνητο, με δικά της χρήματα. Ο δικηγόρος της απάντησε πως, αν υπήρχαν αποδείξεις, συμβάσεις και στοιχεία πληρωμής, θα μπορούσε να κινηθεί δικαστικά για αδικαιολόγητο πλουτισμό. Δεν ήταν βέβαιο αποτέλεσμα, αλλά υπήρχε πιθανότητα.
Η Δήμητρα τον ευχαρίστησε και έκλεισε.
Δεν είχε πρόθεση να σύρει τη Δέσποινα Δημόπουλος στα δικαστήρια. Τώρα όμως ήξερε πως το κουτί στο πατάρι δεν ήταν απλή εμμονή με την τάξη.
Η Αγγελική έμαθε για την πώληση πριν ακόμη το χωνέψει η Δήμητρα. Και, όπως πάντα, αντέδρασε με τον δικό της τρόπο.
Πήρε τον Πάνο και του είπε:
— Η μάνα πουλάει το σπίτι. Τα λεφτά θα τα μοιράσει σ’ εμάς. Μόνο κοίτα να μη χωθεί η δικιά σου με απαιτήσεις. Δεν έβαλε ούτε ένα ευρώ σ’ αυτό το διαμέρισμα.
Ο Πάνος μετέφερε τη συζήτηση στη Δήμητρα. Ίσως περίμενε ότι, όπως συνήθως, εκείνη θα το κατάπινε.
— Ούτε ένα ευρώ; ρώτησε ήρεμα η Δήμητρα.
— Έτσι το βλέπει η Αγγελική.
— Κι εσύ;
Ο Πάνος άργησε να απαντήσει.
— Εγώ λέω πως είμαστε οικογένεια και θα τα βρούμε.
Η Δήμητρα έγνεψε μόνο. Εκείνο το βράδυ, όμως, κατέβασε το κουτί από το πατάρι. Ξαναμέτρησε όλες τις αποδείξεις. Σε τρία χρόνια, το σύνολο έφτανε τα 4.280 €. Σωληνώσεις, κουφώματα, πλυντήριο, ταπετσαρίες, μικροεπισκευές στο μπάνιο, αλλαγή μπαταρίας, καινούρια κλειδαριά στην εξώπορτα.
Φωτογράφισε κάθε χαρτί ξεχωριστά και ανέβασε τα αρχεία στο cloud.
Δύο εβδομάδες αργότερα, η Δέσποινα Δημόπουλος βρήκε αγοραστή. Το συμβόλαιο ορίστηκε για τον Απρίλιο. Η Δήμητρα και ο Πάνος έπρεπε να αλλάξουν δηλωμένη κατοικία.
Η Δήμητρα πήγε μόνη της στο ΚΕΠ. Έκανε τη μεταβολή για τον εαυτό της. Δήλωσε και τη Νεφέλη στη νέα διεύθυνση. Βρήκε ένα μικρό δυάρι στην οδό Νότου, με ενοίκιο 180 € τον μήνα. Πλήρωσε τον πρώτο και τον τελευταίο μήνα. Μέσα σε δύο μέρες μετέφερε τα πράγματα, όσο ο Πάνος ήταν στη δουλειά.
Όταν εκείνος γύρισε, το διαμέρισμα ήταν άδειο.
Της τηλεφώνησε αμέσως.
— Δήμητρα, πού είσαι;
— Στην οδό Νότου. Με τη Νεφέλη μετακομίσαμε.
