“Πάλι;” γκρίνιαξε ο Μιχαήλ, αποθηκεύοντας το αρχείο και κλείνοντας τον υπολογιστή καθώς η Ελπίδα εισέβαλε σαν καλοκαιρινό μπουρίνι

Παράδεισος έξω, ανησυχητική ένταση μέσα.
Ιστορίες

Η Δήμητρα Παπαδημητρίου στεκόταν στη βεράντα του εξοχικού και κοίταζε προς το μικρό μονοπάτι που ανέβαινε από την αυλόπορτα. Ανάμεσα στα δέντρα φάνηκε μια γνώριμη σιλουέτα, φορτωμένη όπως πάντα, και πίσω της δύο παιδιά που δεν κρατιούνταν από την ανυπομονησία. Η Ελπίδα Σαββίδη κουβαλούσε μια τεράστια τσάντα, από την οποία ξεπρόβαλλαν παιχνίδια, πετσέτες και ένα φουσκωτό σωσίβιο. Η οκτάχρονη Αριάδνη Αλεξάνδρου και ο πεντάχρονος Γιάννης Κωστόπουλος την ακολουθούσαν με μικρά, βιαστικά βήματα, συζητώντας ήδη μεγαλόφωνα τι θα έκαναν πρώτα.

— Πάλι, — μουρμούρισε η Δήμητρα Παπαδημητρίου, απομακρυνόμενη από το παράθυρο. — Μιχαήλ Παναγιωτίδη, ήρθε η αδελφή σου.

Ο Μιχαήλ Παναγιωτίδης σήκωσε το βλέμμα από το λάπτοπ. Εδώ και τρεις ώρες πάλευε με επαγγελματικά έγγραφα, ελπίζοντας πως στο εξοχικό θα έβρισκε λίγη ησυχία για να δουλέψει μακριά από τον θόρυβο της πόλης. Για εκείνον, οι μέρες εκεί δεν ήταν τόσο διακοπές όσο μια ευκαιρία να συγκεντρωθεί. Μόνο που η ηρεμία τους διακοπτόταν συχνά από τις απροειδοποίητες εμφανίσεις της Ελπίδας Σαββίδη.

— Πάλι; Μα ήταν εδώ μόλις το προηγούμενο Σαββατοκύριακο, — γκρίνιαξε, αποθηκεύοντας το αρχείο και κλείνοντας τον υπολογιστή. Την ίδια στιγμή ακούστηκε το γνωστό χτύπημα στην πόρτα: δύο σύντομα, ένα παρατεταμένο και ξανά δύο σύντομα. Η χαρακτηριστική υπογραφή της Ελπίδας Σαββίδη.

— Γεια σας, αγαπημένοι μου! — φώναξε εκείνη, μπαίνοντας στο σπίτι σαν ξαφνικό καλοκαιρινό μπουρίνι. Η φωνή και η ενέργειά της γέμισαν αμέσως τον χώρο. — Παιδιά, πείτε καλημέρα στον θείο και στη θεία!

Η Αριάδνη Αλεξάνδρου και ο Γιάννης Κωστόπουλος φίλησαν υπάκουα τους συγγενείς τους στα μάγουλα και, χωρίς δεύτερη σκέψη, όρμησαν να εξερευνήσουν το σπίτι, λες και δεν το είχαν ξαναδεί ποτέ, παρότι είχαν περάσει από εκεί μόλις πριν από μία εβδομάδα.

— Τι κάνετε; Πώς πάει η δουλειά; — ρωτούσε η Ελπίδα Σαββίδη, ρίχνοντας ταυτόχρονα ματιές γύρω της για να αποφασίσει πού θα βολευτεί. — Στην πόλη έχει τόση ζέστη που δεν αντέχεται. Εδώ είναι παράδεισος, αέρας, ησυχία, όλα! Δεν θα μείνουμε πολύ, μόνο να κάνουμε ένα μπάνιο και να φάμε κάτι. Τα παιδιά με παρακαλούσαν να έρθουμε στο εξοχικό!

Η Δήμητρα Παπαδημητρίου παρακολουθούσε σιωπηλή αυτή τη γνώριμη παράσταση. Η Ελπίδα Σαββίδη πάντα έλεγε πως θα περνούσε «για λίγο», όμως στο τέλος έφευγε αργά το βράδυ ή, ακόμη χειρότερα, έμενε και για ύπνο. Κάθε φορά υπήρχε μια δικαιολογία: άλλοτε τα παιδιά ήταν κουρασμένα, άλλοτε είχε δήθεν νυχτώσει και δεν άξιζε να πάρουν τον δρόμο της επιστροφής.

— Ελπίδα Σαββίδη, μήπως την επόμενη φορά να μας παίρνεις πρώτα ένα τηλέφωνο; — πρότεινε προσεκτικά η Δήμητρα Παπαδημητρίου. — Μπορεί να έχουμε δουλειές ή να έχουμε κανονίσει να φύγουμε.

— Έλα τώρα, τι δουλειές και τι κανονίσματα! — είπε εκείνη, κουνώντας αδιάφορα το χέρι. — Οικογένεια είμαστε! Αριάδνη Αλεξάνδρου, Γιάννης Κωστόπουλος, μην πειράζετε τα χαρτιά του θείου!

Τα παιδιά, όμως, είχαν ήδη εγκατασταθεί στο σαλόνι. Παιχνίδια σκορπίστηκαν σε όλο το πάτωμα, ο Γιάννης Κωστόπουλος άνοιξε την τηλεόραση στη μεγαλύτερη ένταση, ενώ η Αριάδνη Αλεξάνδρου άρχισε να ψαχουλεύει τα συρτάρια της συρταριέρας.

— Θεία Δήμητρα Παπαδημητρίου, έχετε τίποτα νόστιμο; — ρώτησε η μικρή, κατευθυνόμενη κιόλας προς το ψυγείο.

— Φυσικά, καλή μου, — απάντησε η Δήμητρα Παπαδημητρίου και έβγαλε γιαούρτια, φρούτα και χυμό. Κατά βάθος ήξερε πως τα παιδιά δεν έφταιγαν για τη συμπεριφορά της μητέρας τους. Παρ’ όλα αυτά, με κάθε τέτοια επίσκεψη η ενόχλησή της μεγάλωνε.

Στο μεταξύ, η Ελπίδα Σαββίδη είχε προλάβει να φορέσει το μαγιό της και να απλωθεί στην ξαπλώστρα δίπλα στην πισίνα. Πότε πότε φώναζε στα παιδιά, που πλατσούριζαν στο νερό. Ο Μιχαήλ Παναγιωτίδης προσπάθησε να επιστρέψει στη δουλειά του, όμως ήταν αδύνατον να συγκεντρωθεί: τα παιδιά τσίριζαν, ενώ η Ελπίδα Σαββίδη μιλούσε δυνατά στο τηλέφωνο, περιγράφοντας στις φίλες της την «υπέροχη ξεκούρασή» της στο εξοχικό.

Το μεσημέρι, η Δήμητρα Παπαδημητρίου ετοίμασε μια απλή σαλάτα και ζέστανε τη σούπα της προηγούμενης μέρας. Η Ελπίδα Σαββίδη επαινούσε, όπως συνήθως, το φαγητό, μα αμέσως μετά άρχισε να εξηγεί πως εκείνη το φτιάχνει «εντελώς αλλιώς, με ένα μυστικό υλικό». Τα παιδιά έφαγαν με μεγάλη όρεξη, λερώνοντας ό,τι υπήρχε γύρω τους και αφήνοντας το τραπέζι όπως ήταν.

— Μιχαήλ Παναγιωτίδη, έχεις καθόλου εργαλεία; — ρώτησε η Ελπίδα Σαββίδη, έχοντας ήδη βρει την επόμενη απασχόληση. — Ο Γιάννης Κωστόπουλος θέλει τόσο πολύ να φτιάξει ή να επισκευάσει κάτι. Μεγαλώνει πολύ χρυσοχέρης, σου λέω!

Ο Μιχαήλ Παναγιωτίδης άφησε έναν βαρύ αναστεναγμό και κατάλαβε πως ούτε αυτή τη φορά θα κατάφερνε να συνεχίσει ήσυχα τη δουλειά του.

Ψίθυροι Ζωής