— Η μητέρα μου πέταξε τα ορμονικά σου χάπια, — ανακοίνωσε ο Ανδρέας Παπαδημητρίου, χωρίς καν να βγάλει το μπουφάν του. — Αρκετά με τις προσποιήσεις και με το να καταπίνεις αυτή την αηδία. Έλα στην κουζίνα, Μαρία. Αύριο έχω συμφωνία και θέλω ένα κανονικό δείπνο.
Στεκόμουν μπροστά στον πάγκο και κοιτούσα τη μικρή, άδεια θήκη των φαρμάκων μου. Το πρωί ήταν όλα στη θέση τους: πέντε χωρίσματα, αυτοκόλλητα με τις ώρες λήψης, οι οδηγίες διπλωμένες από πάνω, η απόδειξη του φαρμακείου φυλαγμένη στο πλαϊνό διάφανο τσεπάκι. Τώρα, δίπλα στον νεροχύτη, βρισκόταν μόνο το τσαλακωμένο χαρτί των οδηγιών, ενώ το εξιτήριο και οι ιατρικές συστάσεις από την κλινική είχαν χωθεί κάτω από μια σανίδα κοπής.
Πίσω από τον Ανδρέα μπήκε στην κουζίνα και η Παρασκευή Σολομωνίδη. Ήταν εβδομήντα έξι χρονών, όμως, όταν επρόκειτο για ξένα ντουλάπια, ξένα ράφια και ξένες ιατρικές οδηγίες, έβρισκε πάντα δυνάμεις. Κρατούσε στο χέρι της την άδεια σακούλα του φαρμακείου και με κοίταζε σαν να περίμενε να την ευχαριστήσω.
— Έβαλα λίγη τάξη, — είπε. — Αυτό δεν είναι σπίτι, είναι αποθήκη φαρμάκων. Όλα αυτά είναι χημικά και ανοησίες. Μια γυναίκα πρέπει να τρώει σωστά, όχι να δηλητηριάζεται με ξενόφερτα σκουπίδια.
— Πού είναι τα φάρμακα; — ρώτησα.

Η Παρασκευή Σολομωνίδη έκανε μια αδιάφορη κίνηση προς το μπαλκόνι. Η μπαλκονόπορτα ήταν ανοιχτή. Στο πάτωμα, κοντά στην απλώστρα, είχε μείνει μόνο μία καρτέλα χαπιών, πιασμένη στο πόδι της. Τα υπόλοιπα είχαν εξαφανιστεί.
Η απόδειξη βρισκόταν κάτω από τα χαρτιά της κλινικής. 1.486 ευρώ. Κι όμως, το ποσό δεν ήταν το χειρότερο. Εκείνα τα σκευάσματα αποτελούσαν μέρος της αποκατάστασής μου μετά από μια δύσκολη επέμβαση, και το σχήμα δεν μπορούσε να διακοπεί επειδή έτσι αποφάσισε η πεθερά μου. Διηύθυνα επί είκοσι τρία χρόνια ενδοκρινολογικό τμήμα και γνώριζα υπερβολικά καλά πόσο ακριβά πληρώνονται τέτοιες «οικιακές λύσεις».
— Παρασκευή Σολομωνίδη, πετάξατε φάρμακα που μου είχαν συνταγογραφηθεί, — είπα συγκρατημένα. — Δεν ήταν βιταμίνες από διαφήμιση ούτε κάποια δικά σας βοτανικά γιατροσόφια.
— Μη μιλάς έτσι στη μητέρα μου, — πετάχτηκε ο Ανδρέας. Έβγαλε επιτέλους το μπουφάν, πέταξε τα κλειδιά πάνω στο τραπέζι και κοίταξε το ρολόι του. — Είσαι στο σπίτι, περπατάς, μιλάς. Άρα μπορείς να φτιάξεις και φαγητό. Η μάνα μου ταξίδευε όλη μέρα, κι εσύ κάνεις σκηνή για μερικά κουτιά.
Τον παρατήρησα πιο προσεκτικά. Ο Ανδρέας δεν είχε τρομάξει. Δεν ρώτησε τι συνέπειες θα μπορούσε να έχει για μένα η διακοπή της αγωγής. Δεν πρότεινε να πάμε αμέσως σε φαρμακείο. Τον ενοχλούσε μόνο ένα πράγμα: η θεραπεία μου χάλαγε την τάξη στην οποία είχε συνηθίσει, εκεί όπου εκείνος ζητούσε, εγώ προσαρμοζόμουν και η Παρασκευή Σολομωνίδη έκανε κουμάντο στην κουζίνα μου.
— Ανδρέα, η μητέρα σου πέταξε την αγωγή που μου έδωσαν μετά την επέμβαση, — επανέλαβα.
— Στη δουλειά να κάνεις τη γιατρό και να δίνεις εντολές, — είπε ψυχρά. — Στο σπίτι δεν χρειάζεται να παριστάνεις τη διευθύντρια. Αύριο έχω σημαντική μέρα, κι εσύ πάλι με τα χάπια σου.
Η Παρασκευή Σολομωνίδη κάθισε στη δική μου καρέκλα και τράβηξε προς το μέρος της τη σακούλα του φαρμακείου, σαν να ήθελε να βεβαιωθεί πως δεν είχε απομείνει τίποτα μέσα.
— Είμαι μεγαλύτερη κι από τους δυο σας, — δήλωσε. — Ξέρω τι σημαίνει υγεία. Τα χάπια μόνο κακό κάνουν. Η Μαρία έχει καλομάθει να τρέχουν όλοι γύρω της.
Μέχρι εκείνη τη μέρα έβρισκα συνεχώς δικαιολογίες. Έλεγα στον εαυτό μου πως ο Ανδρέας ήταν κουρασμένος, πως τον πίεζαν τα οικονομικά, πως η Παρασκευή ήταν ηλικιωμένη και είχε μάθει να διατάζει. Μετά την επέμβαση δεν είχα αντοχές για μεγάλες συγκρούσεις. Ήθελα απλώς να αναρρώσω, να κλείσω την αναρρωτική άδεια, να επιστρέψω στο τμήμα μου και να μη μετατρέψω το σπίτι σε άλλο ένα μέτωπο. Εκείνη τη στιγμή, όμως, φάνηκε καθαρά πως δεν επρόκειτο ούτε για κούραση ούτε για ηλικία. Για εκείνους, η θεραπεία μου ήταν εμπόδιο και τα χρήματά μου οικογενειακό απόθεμα.
— Θα καταγράψω τώρα τη ζημιά, — είπα και πήρα το κινητό μου.
Ο Ανδρέας συνοφρυώθηκε.
— Ποια ζημιά; Μαρία, μη γίνεσαι γελοία. Η μητέρα μου ήθελε να βοηθήσει.
— 1.486 ευρώ, σύμφωνα με την απόδειξη. Και επιπλέον, παρέμβαση σε ιατρικά καθορισμένη θεραπεία.
Άνοιξα την κάμερα και τράβηξα την άδεια θήκη, την απόδειξη, το εξιτήριο, τις τσαλακωμένες οδηγίες και την ανοιχτή μπαλκονόπορτα. Η Παρασκευή Σολομωνίδη σηκώθηκε απότομα, μα είχα ήδη κατεβάσει το τηλέφωνο.
— Δηλαδή θα κάνεις καταγγελία για την ίδια τη μητέρα του άντρα σου; — ρώτησε ο Ανδρέας.
— Πρώτα θα τηλεφωνήσω στον γιατρό. Μετά στο φαρμακείο. Και ύστερα στον δικηγόρο.
— Στον δικηγόρο; — γέλασε ειρωνικά. — Για χάπια;
— Όχι μόνο για τα χάπια.
Δεν το κατάλαβε αμέσως. Ύστερα όμως το πρόσωπό του άλλαξε. Θυμήθηκε ακριβώς αυτό που θυμήθηκα κι εγώ: το επόμενο πρωί σκόπευε να υπογράψει τα έγγραφα για την αγορά μεριδίου σε μια εταιρεία τεχνικής εξυπηρέτησης. Τα δικά του χρήματα δεν έφταναν. Στο χρηματοκιβώτιο υπήρχαν τα μετρητά του για την προκαταβολή, ο φάκελος της συμφωνίας και το προσχέδιο του δανειακού συμβολαίου, σύμφωνα με το οποίο εγώ θα του έδινα 50.000 ευρώ.
Εκείνο το συμβόλαιο δεν το είχα υπογράψει, και η ανάμνηση της συζήτησης που είχαμε κάνει μία εβδομάδα νωρίτερα ήρθε ξαφνικά μπροστά μου με όλη της τη βαρύτητα.
